11/08/21 | Αρχική > Ειδησεογραφία > Διεθνή

Καλπάζει ο πληθωρισμός στην Τουρκία

Αν δεν είχε πυρποληθεί και η Τουρκία από καταστρεπτικές πυρκαγιές, η κοινή γνώμη της θα εξακολουθούσε αυτές τις μέρες να σχολιάζει ένα βίντεο που παρήχθη για να προσελκύσει τουρίστες αλλά προκάλεσε ειρωνικά σχόλια κυρίως από τους δυτικότροπους Τούρκους. Εμφανώς παραπλανητικό τόσο για τον τρόπο ζωής όσο και για το βιοτικό επίπεδο ζωής των Τούρκων, το βίντεο παρουσιάζει μια δυτικότροπη χώρα με νέους ντυμένους μοντέρνα να χορεύουν έξαλλα, αποπνέοντας ελευθερία και ευημερία. Σίγουρα, όμως, η κοινή γνώμη της γειτονικής χώρας θα ασχολείτο περισσότερο, όπως συνήθως συμβαίνει άλλωστε, με τις πληγές της τουρκικής οικονομίας και ειδικότερα με όσες οδηγούν σε συνεχή μείωση της αγοραστικής δύναμης των Τούρκων και σε υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου τους.

Μέσα στην προηγούμενη εβδομάδα δόθηκαν στη δημοσιότητα τα τελευταία στοιχεία για τον πληθωρισμό και φέρουν τον δείκτη να καλπάζει, αγγίζοντας το 19%. Για την ακρίβεια βρίσκεται στο 18,95% και δεν πείθουν οι προβλέψεις τόσο του Τούρκου προέδρου όσο και του εκλεκτού του και διοικητή της κεντρικής τράπεζας πως θα υποχωρήσει τους επόμενους μήνες. Ολα αυτά αφορούν βέβαια τον επίσημο πληθωρισμό, που τελευταία έχει αμφισβητηθεί από την ομάδα ανεξάρτητων οικονομολόγων ερευνητών ENA Group, σύμφωνα με την οποία ο πραγματικός πληθωρισμός στη γείτονα ανέρχεται στο 36,7%. Οικονομολόγοι, οικονομικοί αναλυτές και διεθνείς οίκοι επισημαίνουν τώρα αυτό που θα ήταν αυτονόητο σε μια ευνομούμενη χώρα: πως οι εξελίξεις στο μέτωπο του πληθωρισμού δεν αφήνουν περιθώρια στην Τράπεζα της Τουρκίας και στον διοικητή της, Σαχάπ Καβτσίογλου, να ικανοποιήσει την επιθυμία του Τούρκου προέδρου και να μειώσει τα επιτόκια στη συνεδρίαση της περασμένης Πέμπτης. Στην περίπτωση της Τουρκίας, όμως, τίποτε δεν είναι βέβαιο, καθώς λίγο μετά τη δημοσιοποίηση των επίμαχων στοιχείων ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επιχείρησε να ασκήσει για πολλοστή φορά πίεση στην κεντρική τράπεζα, ζητώντας χωρίς περιστροφές μείωση των επιτοκίων με στόχο πάντα την αύξηση του δανεισμού και τη διατήρηση των υψηλών ρυθμών ανάπτυξης. Διεθνείς οίκοι, όπως η Fitch Ratings, έχουν πάντως προειδοποιήσει για ενδεχόμενη υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Τουρκίας σε περίπτωση μείωσης των επιτοκίων από το 19% στο οποίο τα έφερε ο προκάτοχος του κ. Καβτσίογλου, Νατσί Αγκμπάλ, που απεπέμφθη εν μια νυκτί στα τέλη Μαρτίου.

Ο Τούρκος πρόεδρος, πάντως, έχει τις δικές του προτεραιότητες και προφανώς αυτές αφορούν τις εκλογές του 2023, καθώς οι δημοσκοπήσεις δείχνουν υποχώρηση του κόμματός του. Οι αιτίες βρίσκονται στις παθογένειες της τουρκικής οικονομίας και στο γεγονός ότι ο τουρκικός λαός γίνεται διαρκώς όλο και φτωχότερος εξαιτίας της υποτίμησης του νομίσματος, της επιτάχυνσης του πληθωρισμού και της αύξησης της ανεργίας. Η τουρκική οικονομία είναι μία από τις λίγες που παρέμειναν έστω και οριακά σε θετικό πρόσημο το φοβερό 2020, αλλά αυτό δεν συνεπάγεται ευημερία για τους Τούρκους. Σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, στη διάρκεια του περασμένου έτους πάνω από 1,5 εκατ. Τούρκοι βρέθηκαν κάτω από το όριο της φτώχειας.

Στο «κόκκινο» οι τράπεζες, στα ύψη η έκθεσή τους σε κόκκινα δάνεια

Οι κραδασμοί στην τουρκική οικονομία απειλούν τις προοπτικές επανεκλογής του Τούρκου προέδρου, που φέρει σε μεγάλο βαθμό προσωπικά την ευθύνη για τον διψήφιο πληθωρισμό και την υποχώρηση του νομίσματος. Σε μια προσπάθεια να διασφαλίσει τη δημοτικότητά του ο Ταγίπ Ερντογάν έχει καταστήσει υποχείριό του την κεντρική τράπεζα της Τουρκίας με αλλεπάλληλες παρεμβάσεις στο έργο της. Εχει αλλάξει τέσσερις κεντρικούς τραπεζίτες σε δύο μόνο χρόνια, προκειμένου να βρίσκεται στο τιμόνι της Τράπεζας της Τουρκίας ένα πειθήνιο όργανό του που θα εφαρμόζει κατά γράμμα τις εντολές του.

Ζητούμενο για τον Ταγίπ Ερντογάν είναι να παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα τα επιτόκια, ώστε να επιτρέπουν τον εκτεταμένο δανεισμό και τους συνεπακόλουθους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Με την τακτική αυτή δεν αποφεύγονται οι υψηλοί ρυθμοί του πληθωρισμού και η υποτίμηση του νομίσματος, ενώ υπονομεύεται διαρκώς η εμπιστοσύνη των ξένων επενδυτών. Από το τέλος Μαρτίου, όταν για μια ακόμη φορά ο Τούρκος πρόεδρος απέπεμψε εν μια νυκτί τον διοικητή της κεντρικής τράπεζας και διόρισε τον δεδηλωμένο οπαδό του Σαχάπ Καβτσίογλου, έχουν εγκαταλείψει τα ομόλογα της Τουρκίας ξένα κεφάλαια ύψους 472 εκατ. δολαρίων.

Την ίδια στιγμή, βρίσκονται υπό μεγάλη πίεση οι τουρκικές τράπεζες που χορήγησαν αδιάκοπα πιστώσεις εν τω μέσω της πανδημίας με την ενθάρρυνση της κυβέρνησης. Ουσιαστικά, αναγκάστηκαν να αυξήσουν τον δανεισμό κατά 90% εξαντλώντας, έτσι, σε μεγάλο βαθμό τα περιθώρια που προσέφερε τουλάχιστον στις τρεις μεγαλύτερες κρατικές τράπεζες η ένεση κεφαλαίου ύψους 2,5 δισ. δολαρίων στις αρχές του περασμένου έτους. Από τα αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου προκύπτει πως η κερδοφορία τους είναι στο κόκκινο, με τις τρεις μεγάλες κρατικές τράπεζες να βρίσκονται σε δυσχερή θέση: το πρώτο τρίμηνο του έτους τα έσοδα της Halkbank εμφανίζονται μειωμένα κατά 93% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του περασμένου έτους, της Vakifbank μειωμένα κατά 56% και της Ziraat Bank μειωμένα κατά 49%. Σε ακόμη χειρότερη κατάσταση βρίσκονται οι μεγαλύτερες ιδιωτικές τράπεζες, Garanti Bank, Is Bank, Akbank και Yapi Kredi. Σύμφωνα με στοιχεία της Ενωσης Τουρκικών Τραπεζών, είναι παράλληλα ανησυχητικά τα επίπεδα των κόκκινων δανείων που επιβαρύνουν τους ισολογισμούς τους, καθώς έχουν σημειώσει αύξηση 23%.

Με αυτά τα δεδομένα ο τραπεζικός κλάδος της Τουρκίας υφίσταται νέες πιέσεις από τις Αρχές της χώρας, που καλούν τις τουρκικές τράπεζες να προχωρήσουν σε νέο γύρο πιστώσεων προς τις τουρκικές κατασκευαστικές και γενικότερα προς τους κλάδους που ανακάμπτουν. Και στο μεταξύ, η Capital Economics υπολογίζει ότι μέσα στους επόμενους περίπου οκτώ μήνες λήγουν ομόλογα των τουρκικών τραπεζών συνολικής αξίας 89 δισ. δολαρίων, που αντιστοιχούν περίπου στο 12,5% του τουρκικού ΑΕΠ.
Παράλληλα, όμως, αυξήθηκαν οι αποδόσεις των ομολόγων που έχουν εκδώσει οι τουρκικές τράπεζες. Ενδεικτικά, η απόδοση των ομολόγων των δύο κρατικών τραπεζών Vakifbank και Ziraat Bank βρίσκεται σε επίπεδα κοντά στο 8%.

Από το «οικονομικό θαύμα», στη μαζική φυγή κεφαλαίων και στην πτώση της λίρας

Στις τελευταίες εκλογές στην Τουρκία, κοινός τόπος ανάμεσα στους πολιτικούς και οικονομικούς αναλυτές ήταν η βεβαιότητα της επανεκλογής Ερντογάν αλλά και του αδιεξόδου που θα ακολουθούσε όταν ο Τούρκος πρόεδρος δεν θα κατόρθωνε να διαχειριστεί τα προβλήματα της οικονομίας. Η πρόβλεψη έχει δικαιωθεί πλήρως. Είναι, ωστόσο, γεγονός ότι ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν θεμελίωσε τη δημοτικότητά του πάνω στο «οικονομικό θαύμα» που γνώρισε η Τουρκία επί μία και πλέον δεκαετία μετά την εκλογή του.

Ανέλαβε την εξουσία το 2002 υποσχόμενος να ανορθώσει την οικονομία της Τουρκίας μετά την οικονομική κρίση που κυριολεκτικά εξαφάνισε μια ολόκληρη γενιά Τούρκων πολιτικών. Σε μεγάλο βαθμό το κατάφερε, καθώς η τουρκική οικονομία σημείωνε ρυθμούς ανάπτυξης που πλησίαζαν την Κίνα και ο πληθωρισμός μειώθηκε στο 5% ύστερα από πολλά χρόνια παραμονής του σε διαστημικά ύψη της τάξης του 60% και 70%. Το σημαντικότερο ήταν, όμως, πως η Τουρκία αποτέλεσε επί χρόνια την αγαπημένη του ξένου κεφαλαίου που εισέρρεε μαζικά στο νόμισμά της, στους τίτλους της, στα ομόλογα και στις μετοχές της. Οι εισροές ήταν ιδιαίτερα μεγάλες μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, οπότε το διεθνές κεφάλαιο στράφηκε στις αναδυόμενες οικονομίες αναζητώντας υψηλές αποδόσεις όταν στις δυτικές οικονομίες επικράτησαν τα ιστορικά χαμηλά επιτόκια. Η σταδιακή ανάδυση μιας μεσαίας τάξης προσείλκυσε, άλλωστε, στην Τουρκία ευρωπαϊκές τράπεζες όπως η ιταλική UniCredit, που επένδυσε στην τουρκική Yapi Kredi το 2002, και η ισπανική BBVD που έχει επενδύσει στην τουρκική Garanti Bank από το 2010. Ο φθηνός δανεισμός από ξένες τράπεζες έδωσε ώθηση σε μια πυρετώδη κατασκευαστική δραστηριότητα που οδήγησε σε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης της τουρκικής οικονομίας. Και το αποτέλεσμα ήταν οκτώ συναπτές εκλογικές νίκες του κυβερνώντος κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ). Ο Ερντογάν πιστώθηκε, άλλωστε, την εσπευσμένη αποπληρωμή του δανείου που είχε συνάψει η Τουρκία με το ΔΝΤ και έκτοτε έχει υποσχεθεί να μην επιτρέψει ποτέ να ξαναβρεθεί η χώρα στην παγίδα του δανεισμού από το Ταμείο. Τα πράγματα άρχισαν, όμως, να αλλάζουν από το 2013 σε μια συγκυρία αρνητική για τις αναδυόμενες οικονομίες που γνώρισαν μια μαζική φυγή του ξένου επενδυτικού κεφαλαίου, όταν η Federal Reserve ανακοίνωσε ότι θα αποσύρει σταδιακά την αναπτυξιακή της πολιτική και θα αυξήσει τα επιτόκια. Ενώ το ξένο κεφάλαιο άρχισε να εγκαταλείπει την Τουρκία και η τουρκική λίρα να μπαίνει σε πτωτική πορεία, το κλίμα επιδείνωσε μια πολιτική κρίση στη χώρα με τις εκτεταμένες εκδηλώσεις διαμαρτυρίας στο πάρκο Γκεζί της Κωνσταντινούπολης και τον αυταρχισμό που τις αντιμετώπισε η κυβέρνηση Ερντογάν. Εκτοτε, η κατάσταση επιδεινώνεται σταθερά με μερικά μόνον διαλείμματα σχετικής ηρεμίας. Η κατάσταση εκτάκτου ανάγκης που κήρυξε η κυβέρνηση Ερντογάν το καλοκαίρι του 2016 μετά την απόπειρα πραξικοπήματος, η εμπλοκή της χώρας σε αλλεπάλληλα μέτωπα, η διπλωματική κρίση με την Ουάσιγκτον το 2018 και η συνεπακόλουθη νομισματική κρίση το καλοκαίρι εκείνου του έτους, αλλά και οι οξυμένες σχέσεις της με το σύνολο των γειτονικών της χωρών, έχουν αλλάξει άρδην το σκηνικό στην οικονομία της Τουρκίας. Η χώρα δεν είναι πια η αγαπημένη του ξένου κεφαλαίου, ενώ η τουρκική λίρα έχει χάσει περίπου το 75% της αξίας της έναντι του δολαρίου από το 2013 έως σήμερα.

Το μήνυμα

Μετά τη δημοσιοποίηση των στοιχείων που φέρουν τον πληθωρισμό να αγγίζει το 19%, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν προέβλεψε πως «δεν είναι δυνατόν να επιταχυνθεί περαιτέρω ο πληθωρισμός επειδή θα υιοθετήσουμε χαμηλότερα επιτόκια». Δεν άφησε, άλλωστε, καμία αμφιβολία για την πρόθεσή του να πιέσει τον κεντρικό τραπεζίτη, καθώς προσέθεσε «υποθέτω πως στέλνω κάπου ένα μήνυμα».

Μεγάλοι κίνδυνοι

Για τους «μεγάλους κινδύνους» που εξακολουθούν να απειλούν τις τράπεζες της Τουρκίας μίλησε τον προηγούμενο μήνα η Fitch Ratings. Διευκρίνισε πως οι τουρκικές τράπεζες κινδυνεύουν εξαιτίας της μεγάλης έκθεσής τους σε τομείς όπως ο τουρισμός και τα ξενοδοχεία, ενώ έχουν μεγάλο όγκο κόκκινων δανείων προς τον κατασκευαστικό και τον ενεργειακό κλάδο της Τουρκίας.

Τα αίτια

Σχολιάζοντας τη στάση των επενδυτών που έχουν αποσύρει από τα τουρκικά ομόλογα 472 εκατ. δολ., ο αναλυτής της JPMorgan Chase για θέματα Τουρκίας, Μουσταφά Μπαγκριατσίκ, τόνισε πως «οι δύο καθοριστικοί παράγοντες που κρίνουν το κατά πόσον είναι ελκυστικοί οι τίτλοι σε τουρκικές λίρες είναι ο πληθωρισμός και το νόμισμα».



Πηγή: kathimerini.gr
comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Πληθωρισμός, Χώρες > Τουρκία