13/07/21 | Αρχική > Αρθρογραφία > Επώνυμες Σκέψεις

«Ακτινογραφία» στην περιουσία των νοικοκυριών

Αρκετοί χρηματοοικονομικοί Οίκοι προχωρούν σε εκθέσεις που εξετάζουν τον πλούτο και τις υποχρεώσεις των νοικοκυριών ανά τον κόσμο (Global Wealth Reports), με σκοπό να εντοπιστούν διαφορές, αλλά και να προκύψουν συμπεράσματα για το μέγεθος πιθανόν προβλημάτων, αλλά και για δράσεις που πιθανόν θα πρέπει να γίνουν στο μέλλον από κυβερνήσεις, επιχειρήσεις και τα ίδια τα νοικοκυριά.

Ας δούμε μερικά στοιχεία που προκύπτουν για την Ελλάδα από μια τέτοια έκθεση της Credit Suisse σχετικά με τον καθαρό πλούτο των νοικοκυριών, ο οποίος προκύπτει ως εξής: Προσθέτουμε τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά τους στοιχεία (πχ μετοχές, ομόλογα, αμοιβαία κεφάλαια, καταθέσεις) και τα μη χρηματοοικονομικά τους περιουσιακά στοιχεία (ακίνητα) και από το άθροισμα αυτό αφαιρούμε το σύνολο του ιδιωτικού χρέους.

Πρώτον, τα νοικοκυριά της Ελλάδας έχουν χαμηλότερης αξίας περιουσιακά στοιχεία σε σχέση με τα ευρωπαϊκά και μάλιστα η συγκεκριμένη διαφορά διευρύνθηκε έντονα από το 2007 έως σήμερα λόγω της βαθιάς οικονομικής κρίσης που έπληξε τη χώρα μας. Έτσι, κατά τα χρόνια της μακράς οικονομικής κρίσης ο πλούτος των ελληνικών νοικοκυριών περιορίστηκε δραστικά (από περίπου 170 χιλ. δολάρια το 2007 ανά ενήλικο άτομο γύρω στα 120 χιλ. του 2020), όταν τα αντίστοιχα ποσά σε άλλες χώρες όπως η Ιταλία και η Ισπανία (που επλήγησαν από την κρίση) σημείωσαν άνοδο κατά τη συγκεκριμένη περίοδο και σήμερα υπερβαίνουν τα 200 χιλ. δολάρια. Εδώ χρειάζεται μια απλή, αλλά χρήσιμη πολλές φορές, επισήμανση. Τα παραπάνω ποσά αναφέρονται σε κάθε μέσο ενήλικο άτομο, άρα σε μια ελληνική οικογένεια με δύο παιδιά, η μέση αξία της περιουσίας προσεγγίζει τα 240.000 δολάρια.

Δεύτερον, τα ελληνικά νοικοκυριά έχουν αρκετά διαφορετική διάρθρωση της περιουσίας τους σε σχέση με το εξωτερικό, επειδή είναι εστιασμένα σε μεγάλο βαθμό στα ακίνητα. Έτσι, περίπου το 70% του πλούτου των ελληνικών νοικοκυριών είναι τοποθετημένο σε ακίνητα, όταν το αντίστοιχο ποσοστό στην Ευρώπη βρίσκεται μόνο στο 55%. Θα πρέπει επίσης να συνεκτιμήσει κάποιος ότι πολλές οικογένειες διαθέτουν δύο σπίτια (ένα στην πόλη και ένα στο χωριό καταγωγής τους).

Τρίτον, είναι προφανές ότι υπάρχουν πολύ σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των νοικοκυριών, σε ότι αφορά την αξία του πλούτου τους. Με βάση λοιπόν τα στοιχεία της συγκεκριμένης έκθεσης, το ποσό αυτό παρουσιάζει έντονες διακυμάνσεις από ενήλικα σε ενήλικα. Για παράδειγμα γύρω στο 20%-22% των ενηλίκων διαθέτει πλούτο χαμηλότερο των 10.000 δολαρίων, περίπου το 50% μεταξύ 10.000 και 100.000 δολαρίων, το 28% μεταξύ 100.000 και 1.000.000 δολαρίων, ενώ μεγαλύτερο πλούτο κατέχει λιγότερο από 1% των ενηλίκων.

Τέταρτο, το μέσο ελληνικό νοικοκυριό δεν είναι περισσότερο χρεωμένο από το μέσο ευρωπαϊκό. Ειδικότερα, το χρέος των νοικοκυριών αντιστοιχεί στην Ελλάδα στο 59% του ΑΕΠ, όταν ο μέσος όρος της Ευρωζώνης βρίσκεται στο 63%. Βέβαια, θα πρέπει να σημειωθεί πως μεγαλύτερο δείκτη ιδιωτικού χρέους έχουν χώρες με υψηλότερο κατά κεφαλή εισόδημα από αυτό της Ελλάδας. Επίσης, το χρέος των νοικοκυριών ως προς το ποσοστό του καθαρού πλούτου τους είναι χαμηλότερο στη χώρα μας (στο 12,2%) σε σχέση με την Ευρώπη (13%).

Πέμπτο, τα ελληνικά νοικοκυριά αύξησαν τον πλούτο τους εν μέσω πανδημίας (το 2020) αλλά όχι τόσο πολύ όσο τα νοικοκυριά της Ευρώπης (+3,8% για την Ελλάδα, +9,8% για την Ευρώπη). Το γεγονός ότι τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά αύξησαν τον πλούτο τους το 2020 οφείλεται αφ’ ενός στα προγράμματα στήριξης των κυβερνήσεων σε μια εποχή αναγκαστικά χαμηλής κατανάλωσης εξ’ αιτίας των περιοριστικών μέτρων και αφ’ ετέρου στην ανοδική πορεία που κατέγραψαν οι τιμές των μετοχών των ομολόγων και των οικιστικών ακινήτων. Ειδικότερα, στην Ελλάδα το +3,2% της αύξησης του πλούτου των νοικοκυριών προέρχεται από: α) Ένα +5,6% στον χρηματοοικονομικό πλούτο, εξέλιξη στην οποία συνέβαλαν και οι ανεβασμένες καταθέσεις κατά 10 δισ. ευρώ, ή κατά 8,6% β) Ένα +1,6% στον μη χρηματοοικονομικό πλούτο, λόγω κυρίως της ανατίμησης των οικιστικών ακινήτων γ) Την οριακή μόνο (κατά 0,3%) αύξησης του ιδιωτικού χρέους μέσα στο 2020.

Αποκλιμάκωση του ιδιωτικού χρέους

Ειδικότερα, σε ότι αφορά το χρέος των ελληνικών νοικοκυριών παραθέτουμε στοιχεία από την περυσινή αντίστοιχη έκθεση της Allianz. Σύμφωνα λοιπόν με τα στοιχεία της έκθεσης:

· Το συνολικό χρέος των ελληνικών νοικοκυριών έχει μειωθεί κατά 29% από το υψηλό του 2010 έως και το 2019. Αυτό σημαίνει ότι το κατά κεφαλήν χρέος του Έλληνα υποχώρησε κατά περίπου 3.800 ευρώ και διαμορφώθηκε στα τέλη του 2019 στις 10.447 ευρώ.

· Ως ποσοστό επί του ΑΕΠ, το χρέος των ελληνικών νοικοκυριών μειώθηκε κατά 18 ποσοστιαίες μονάδες, καθώς από το 76% του 2010 προσγειώθηκε στο 58% πέρυσι. Γενικότερα, το ιδιωτικό χρέος δεν μειώθηκε μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε άλλες χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου, όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία.

· Σήμερα, τα ελληνικά νοικοκυριά όχι μόνο οφείλουν πολύ μικρότερα ποσά σε απόλυτα νούμερα (σε όρους ευρώ) αλλά επιπλέον ο δείκτης χρέους προς ΑΕΠ -σύμφωνα με την έκθεση της Allianz- «βρίσκεται πολύ κάτω από τον περιφερειακό μέσο όρο του 75% και είναι σχεδόν ισοδύναμος με τον δείκτη χρέους των φειδωλών γερμανικών νοικοκυριών (βλέπε στοιχεία παρατιθέμενου πίνακα).

Συμπεράσματα

Από το περιεχόμενο των δύο εκθέσεων, μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα όπως τα παρακάτω:

Πρώτον, ο μέσος Έλληνας διαθέτει μικρότερης αξίας περιουσιακά στοιχεία από το μέσο πολίτη της Ευρωζώνης, με τη διαφορά να διευρύνεται με την πάροδο του χρόνου.

Δεύτερον, τα ελληνικά νοικοκυριά είναι εστιασμένα πολύ περισσότερο στα ακίνητα, με αποτέλεσμα να υστερούν σίγουρα σε ρευστότητα και πολύ πιθανόν σε αποδόσεις (με δεδομένο ότι πολλές φορές ένα δεύτερο σπίτι βρίσκεται στο χωριό καταγωγής και δεν αποδίδει στους ιδιοκτήτες του).

Τρίτον, παρατηρούνται μεγάλες διαφορές μεταξύ των νοικοκυριών, τόσο σε ότι αφορά τα κατεχόμενα περιουσιακά στοιχεία, όσο και σε ότι αφορά το ύψος του χρέους. Έτσι, πίσω από την ευμάρεια των μέσων όρων, υποκρύπτεται ένα πολύ σημαντικό ποσοστό νοικοκυριών που διαθέτει πενιχρά περιουσιακά στοιχεία και μεγάλα δάνεια. Η κατάσταση αυτή επηρεάζει το ύψος της κατανάλωσης, αλλά και την ποιότητα των τραπεζικών δανειακών χαρτοφυλακίων.

Τέταρτον, υπάρχουν προσδοκίες για τη σταδιακή βελτίωση της κατάστασης κατά τα επόμενα χρόνια. Μετά την αύξηση του πλούτου το 2020, θετικά αναμένεται να επιδράσουν στα οικονομικά και τον πλούτο των νοικοκυριών η προσδοκώμενη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, με καταλύτες την εισροή Κοινοτικών κονδυλίων και την υλοποίηση σημαντικών επενδυτικών projects.



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.