02/04/21 | Αρχική > Αρθρογραφία > Εργατικά και Πρακτικά

Το πλαίσιο των όρων αμοιβής, εργασίας και ασφάλισης των Οικιακών μισθωτών

1.Έννοιες

Οικιακοί μισθωτοί είναι εκείνοι που παρέχουν στον εργοδότη τους υπηρεσίες που αφορούν κατά κύριο λόγο στις οικιακές του ανάγκες αλλά και στην προσωπική του περιποίηση, ιδίως όταν ο ίδιος αδυνατεί λόγω ηλικίας ή ασθενείας να επιμεληθεί του εαυτού του. Οι υπηρεσίες που παρέχουν τα πρόσωπα αυτά κατά κύριο λόγο συνίστανται στην εξυπηρέτηση οικιακών ή προσωπικών αναγκών αυτού, των μελών της οικογενείας του ή τρίτων (`Αρειος Πάγος 1123/2007). H δευτερεύουσα απασχόλησή τους σε εργασίες οι οποίες έχουν σχέση με το επάγγελμα του εργοδότη που ασκείται στην κατοικία του, δεν αναιρεί την ιδιότητά τους ως οικιακών μισθωτών. Όταν οι εργαζόμενοι αυτοί διαμένουν και διατρέφονται στην κατοικία του εργοδότη χαρακτηρίζονται ως οικόσιτοι οικιακοί μισθωτοί. Τα καθήκοντα των οικιακών μισθωτών μεταξύ των άλλων είναι ο καθαρισμός της οικίας, η παρασκευή φαγητού, η πλύση των ενδυμάτων, η μετάβαση για αγορά τροφίμων στα καταστήματα (`Αρειος Πάγος 1392/74, `Αρειος Πάγος 709/75), η φύλαξη προσώπων (`Αρειος Πάγος 644/83, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 1825/88, `Αρειος Πάγος 1459/84).

Οικόσιτοι οικιακοί μισθωτοί είναι εκείνοι που διαμένουν και διατρέφονται στην κατοικία του εργοδότη (Έγγραφο Υπουργείου Εργασίας 40578/898/2-1-2014). Περαιτέρω, ως οικόσιτοι νοούνται οι μισθωτοί που διανυκτερεύουν στην οικία του εργοδότη (Εφετείο Αθηνών 1747/1990, `Αρειος Πάγος 709/1975).

2. Κατώτατα όρια αποδοχών

Σύμφωνα με τις ρυθμίσεις της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 1876/1990 που αναφέρεται στις Ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και ειδικότερα στις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, «ο νόμος αυτός αφορά όλους όσους εργάζονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε οποιονδήποτε ημεδαπό ή αλλοδαπό εργοδότη, επιχείρηση, εκμετάλλευση ή υπηρεσία του ιδιωτικού ή δημοσίου τομέα της οικονομίας, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι εργαζόμενοι στη γεωργία, κτηνοτροφία και συναφείς εργασίες, καθώς και οι κατ΄ οίκον εργαζόμενοι». Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, κατ΄ οίκον εργαζόμενοι είναι οι μισθωτοί, οι οποίοι παρέχουν την εργασία τους στην οικία του εργοδότη και όχι στο χώρο στον οποίο λειτουργεί η επιχείρηση του εργοδότη.

Επομένως οι παραπάνω διατάξεις του Ν. 1876/8-5-1990, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό τους, επεξέτειναν από τις 8/5/1990 (ημερομηνία που τέθηκαν σε ισχύ οι διατάξεις του νόμου αυτού) το θεσμό των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και στους κατ΄ οίκον εργαζόμενους ανεξάρτητα από την ιδιότητα του εργοδότη τους, υπάγοντας εφεξής και αυτούς (τους οικιακούς μισθωτούς) στους κανονιστικούς όρους της εκάστοτε ισχύουσας εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας. Οι όροι αμοιβής και εργασίας των οικιακών μισθωτών, με δεδομένο ότι δεν υπάρχει συλλογική ρύθμιση (Σ.Σ.Ε. και Δ.Α.) που να ρυθμίζει τους όρους αμοιβής και εργασίας τους, καθορίζονται με ελεύθερη συμφωνία και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υπολείπονται αυτών που προβλέπονται από την E.Γ.Σ.Σ.E., (παρ. 1 άρθρο 1 του N. 1876/1990, σε συνδυασμό με τον καθορισμένο νόμιμο κατώτατο μισθό και ημερομίσθιο, όπως ορίζεται στην παρ. 3α. της υποπαραγράφου IA.11 του Ν. 4093/2012). Διευκρινίζεται ότι με την περ. 4 της υποπαρ. ΙΑ 11 του Ν. 4093/2012 «Κάθε αναφορά της ισχύουσας νομοθεσίας γενικά στον ελάχιστο μισθό ή στο ελάχιστο ημερομίσθιο της Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. νοείται (ως αναφορά) στον νόμιμο νομοθετημένο κατώτατο μισθό και κατώτατο ημερομίσθιο».

Στο πλαίσιο αυτό, οι οικιακοί μισθωτοί δικαιούνται αποδοχών που δεν πρέπει να είναι κατώτερες των κατωτάτων ορίων αποδοχών (όπως αυτές καθορίζονται με το νόμιμο νομοθετημένο κατώτατο μισθό και ημερομίσθιο του άρθρου 103 του Ν.4172/2013 ).

H αμοιβή, όμως, των οικόσιτων οικιακών μισθωτών δεν υπάγεται στα ανωτέρω κατώτατα όρια, αλλά εξαρτάται από την ατομική συμφωνία που αυτοί καταρτίζουν με τον εκάστοτε εργοδότη, ενώ σε περίπτωση που δεν υπάρχει τέτοια συμφωνία, οφείλεται ο «ειθισμένος μισθός». Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 του Αστικού Κώδικα, προκύπτει ότι αν δεν υπάρχει συμφωνία για το ύψος του μισθού, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει τον «ειθισμένο μισθό», δηλαδή εκείνον τον οποίο καταβάλλουν άλλοι εργοδότες για την παροχή ομοίων εργασιών ή υπηρεσιών σε άλλους εργαζομένους της ίδιας ηλικίας, οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες του ίδιου είδους, στον ίδιο τόπο και χρόνο και υπό τις αυτές συνθήκες (Εφετείο Αθηνών 5241/2010, `Αρειος Πάγος 1123/2007, 1292/2004, 964/1998).

3. Χρονικά όρια εργασίας, άδεια, επιδόματα εορτών οικιακών οικόσιτων μισθωτών

Επί των οικόσιτων οικιακών μισθωτών, λόγω της ιδιάζουσας φύσης των υπηρεσιών που παρέχουν και των ειδικών περιστάσεων υπό τις οποίες τις παρέχουν (εντός του οικιακού περιβάλλοντος, υπό συνθήκες σχέσης εμπιστοσύνης και ειδικής μέριμνας για το μισθωτό - άρθρο 663 A.K.), δεν εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις για τα χρονικά όρια εργασίας των μισθωτών, την εργασία κατά τις Kυριακές, αργίες, νύχτα, ημέρες αναπαύσεως, για την υπερεργασία και τις υπερωρίες καθώς και οι διατάξεις για τις εκτός έδρας μετακινήσεις (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 720/2012, 294/2011, 362/2008 &1955/2007, Εφετείο Αθηνών 1349/2004, 7809/03, &2872/1996, `Αρειος Πάγος 1292/2004, 964/98 &172/93). Μόνο στους οικόσιτους οικιακούς μισθωτούς δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 294/2011). Εξάλλου, στην παρ. 4 του άρθρου 1 του Π.Δ. 88/99 ορίζεται ότι «Οι διατάξεις του Π.Δ. 88/1999 δεν εφαρμόζονται στο ένστολο προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας, στο οικιακό προσωπικό, στις αεροπορικές, σιδηροδρομικές, οδικές, θαλάσσιες, ποτάμιες και λιμναίες μεταφορές, στη θαλάσσια αλιεία και λοιπές θαλάσσιες δραστηριότητες, καθώς επίσης και στους ειδικευόμενους ιατρούς».

Διευκρινίζεται ότι επί οικιακών μη οικόσιτων μισθωτών ισχύουν κανονικά οι διατάξεις περί χρονικών ορίων, περί νυχτερινής, κυριακάτικης απασχόλησης κ.λπ.. Επιπρόσθετα, και για τους οικιακούς μισθωτούς (και τους οικόσιτους) ισχύουν οι διατάξεις για την παροχή αδείας μετ` αποδοχών, ύστερα από την επέκταση των διατάξεων του A.N. 539/1945 και στους οικιακούς, οικόσιτους μισθωτούς με το B.Δ. 376/1971 και το άρθρο 8 παρ. 2 της από 26/2/1975 E.Γ.Σ.Σ.E.. Περαιτέρω, κάθε εργαζόμενος, μαζί με την άδεια δικαιούται αποδοχές αδείας καθώς και επίδομα αδείας ( παρ. 16 άρθρο 3 N. 4504/1966 ). Σημειώνεται ότι το δικαίωμα λήψης επιδόματος αδείας αποτελεί παρακολούθημα του δικαιώματος λήψης κανονικής αδείας.

Δικαιούνται, επίσης, επιδόματα εορτών, σύμφωνα με την παρ. 9 του άρθρου 4 της KYA, 19040/1981 (`Αρειος Πάγος 1955/2007& 1397/2006, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 720/2012 & 294/2011, Εφετείο Αθηνών 5241/2010, 1349/2004 & 7809/2003).

4. Απλή ετοιμότητα προς εργασία

Παροχή εξαρτημένης εργασίας υφίσταται και όταν απλώς δεσμεύεται η ελευθερία του μισθωτού, με την υποχρέωση του να παραμένει στον καθοριζόμενο από τον εργοδότη τόπο και χρόνο, για να είναι έτοιμος προς παροχή της εργασίας του, αν από τις περιστάσεις παραστεί ανάγκη. Ειδικότερα, όπως συνάγεται από τα άρθρα 648, 649 και 653 Α.Κ., σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των Ν.3239/1933, 1876/1990 και 3755/1957, η σύμβαση με την οποία ο ένας συμβαλλόμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση να περιορίσει μερικώς την ελευθερία των κινήσεών του υπέρ του άλλου, χωρίς να διατηρεί σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές του δυνάμεις στη διάθεση αυτού κάθε στιγμή, φέρει μεν το χαρακτήρα της συμβάσεως εργασίας, λόγω όμως της ιδιομορφίας της δεν υπόκειται στις διατάξεις ειδικών νόμων ή συλλογικών συμβάσεων, αναφορικά με το ελάχιστο όριο αμοιβής και τις προσαυξήσεις για νυκτερινή, υπερωριακή ή άλλη εργασία σε ημέρα γιορτής ή αναπαύσεως, γιατί αυτές, αν δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο, εφαρμόζονται μόνο σε περίπτωση πλήρους απασχολήσεως ή πάντως διατηρήσεως σε εγρήγορση των σωματικών ή πνευματικών δυνάμεων του μισθωτού στις καθορισμένες για κάθε περίπτωση ώρες. Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για «σχέση ετοιμότητας για εργασία», η οποία ανάλογα με το βαθμό ετοιμότητας, διακρίνεται σε δύο κύριες κατηγορίες: (α) μία πρώτη κατηγορία συνιστά η λεγόμενη «γνήσια ετοιμότητα για εργασία», στην οποία έχουν εφαρμογή όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και στην οποία ο μισθωτός οφείλει να βρίσκεται σε ορισμένο τόπο (της επιχείρησης ή και εκτός αυτής από όπου καλούμενος να έχει την δυνατότητα να προσέλθει στον τόπο εργασίας) και χρόνο, διατηρώντας τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις σε ένταση για να προσφέρει τις υπηρεσίες του μόλις παραστεί ανάγκη, οπότε σε αυτήν τη μορφή ετοιμότητας θεωρείται ότι υπάρχει πλήρης απασχόληση, ανεξάρτητα αν θα παρουσιασθούν περιστατικά για την παροχή εργασίας και έτσι η ετοιμότητα εξομοιώνεται ολότελα με την κανονική εργασία, γιατί, εκτός από τη δέσμευση της ελευθερίας, υπάρχει και εγρήγορση των δυνάμεων του μισθωτού, (β) μία δεύτερη κατηγορία είναι η λεγόμενη «μη γνήσια ετοιμότητα ή ετοιμότητα κλήσης», κατά την οποία ο μισθωτός δεν υποχρεούται να έχει σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές του δυνάμεις, έχοντας τη δυνατότητα να κοιμάται ή να βρίσκεται έξω από τον τόπο εργασίας, οπότε στην περίπτωση αυτή δεν έχουν εφαρμογή όλες οι διατάξεις του εργατικού δικαίου και ειδικότερα οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις προσαυξήσεις για παροχή νυκτερινής ή υπερωριακής εργασίας ή άλλης εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες, εκτός αν έχει συμφωνηθεί ειδικά το αντίθετο και (γ) μεταξύ της μιας και της άλλης κατηγορίας ετοιμότητας μπορούν να υπάρχουν «ενδιάμεσες βαθμίδες ετοιμότητας» και μερική εγρήγορση του μισθωτού, οπότε ανάλογα με τα χρονικά διαστήματα υπολογίζονται και οι αποδοχές του μισθωτού. Το ζήτημα για το είδος της ετοιμότητας εργασίας και ειδικότερα αν πρόκειται για γνήσια ετοιμότητα ή μη γνήσια (απλή) ετοιμότητα κλήσης ή κάποια άλλη ενδιάμεση μορφή, είναι θέμα αποδείξεως των πραγματικών εκείνων περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στη μία ή άλλη κατηγορία.

Τα συμβαλλόμενα μέρη (ο εργοδότης και ο εργαζόμενος ως οικιακός μισθωτός) μπορούν κατ΄ αρχήν να ρυθμίζουν με μεταξύ τους συμφωνίες το εργασιακό αυτών καθεστώς όπως π.χ. το ωράριο εργασίας τους κ.λπ., πλην όμως, οι συμφωνίες αυτές δεν θα πρέπει να αντίκεινται σε ισχύουσες διατάξεις νόμων, Σ.Σ.Ε. κ.λπ.. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω εκτεθέντα, κατά το στάδιο πρόσληψης του οικιακού μισθωτού ,στην ατομική σύμβαση εργασίας (μερικής ή και πλήρους απασχόλησης) πρέπει να γίνεται ειδική αναφορά στις ιδιαιτερότητες του συγκεκριμένου αντικειμένου εργασιών του και στο γεγονός ότι ο μισθωτός συμφωνεί να διαμένει και να διατρέφεται στην οικία της εργοδότριας, χαρακτηριζόμενος ως οικόσιτος - οικιακός μισθωτός (ΑΠ 1955/2007, 1397/2006), λειτουργώντας προς τούτο υπό καθεστώς απλής ετοιμότητας, πέραν των συμφωνηθεισών ωρών εβδομαδιαίως στις οποίες απασχολείται υπό καθεστώς εξαρτημένης εργασίας.

Διευκρινίζεται ότι ο εργαζόμενος ως οικιακός μισθωτός, επί απλής ετοιμότητας προς εργασία, δεσμεύεται να παραμένει στην οικία της εργοδότριας και να διαμένει, να διατρέφεται και να αναπαύεται, εις τρόπον ώστε, αν παραστεί ανάγκη παροχής υπηρεσιών σχετικές με τις οικιακές ανάγκες της εργοδότριας αλλά και στην προσωπική της περιποίηση και φροντίδα, να καθίσταται δυνατόν ο εργαζόμενος να παρέχει τις υπηρεσίες του εγκαίρως.

5. Αποζημίωση απολύσεως

Στους οικιακούς μισθωτούς έχουν επεκταθεί, με το άρθρο 43 του N. 1836/89, οι διατάξεις για την αποζημίωση απολύσεως. Η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας τους είναι έγκυρη εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 5 παρ. 3 του Ν.3198/1955, ήτοι εφόσον αυτή έχει γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και έχει καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυομένου στο τηρούμενο για το I.K.A. μισθολόγιο ή έχει ασφαλισθεί ο απολυόμενος (`Αρειος Πάγος 1397/2006, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 720/12& 294/11, Εφετείο Αθηνών 5241/10, 1349/04, 7809/03).

6. Θάνατος εργοδότη - Αποζημίωση

Κατά την παρ. 2 του άρθρου 675 του Αστικού Κώδικα, με το θάνατο του εργοδότη η σύμβαση λύνεται μόνο όταν τα μέρη απέβλεπαν κυρίως στο πρόσωπό του. Ο θάνατος του εργοδότη κατ΄ αρχήν δεν επιφέρει τη λύση της συμβάσεως. Αυτό συμβαίνει κατ` εξαίρεση, μόνο όταν τα μέρη απέβλεψαν κυρίως στο πρόσωπο αυτού, όπως όταν αντικείμενο της συμβάσεως εργασίας ήταν η παροχή από τον μισθωτό προσωπικών υπηρεσιών στον εργοδότη, σε τρόπο ώστε, όταν αυτός εκλείψει, να εκλείψει και το αντικείμενο στην ικανοποίηση του οποίου αφορά η κατά τη σύμβαση παροχή των υπηρεσιών του εργαζομένου. Όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, η σύμβαση συνεχίζεται με τους υπεισερχόμενους στην εργασιακή σχέση κληρονόμους του εργοδότη, στους οποίους μεταβιβάζονται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του αρχικού εργοδότη και μεταξύ των οποίων και ανάλογα με τη μερίδα του καθενός διαιρούνται αυτοδικαίως οι απαιτήσεις και τα χρέη της κληρονομίας (`Αρειος Πάγος 1396/2006).

Στο πλαίσιο αυτό προτείνεται να περιλαμβάνεται όρος στην ατομική σύμβαση εργασίας του οικιακού μισθωτού που να ορίζει ότι «Η σύμβαση εργασίας της οικιακής μισθωτού, κατά την παρ. 2 του άρθρου 675 Α.Κ., αποβλέπει κατά βάση στο πρόσωπο της εργοδότριας και λύνεται με το θάνατο της».

Με το θάνατο του εργοδότη, το δικαστήριο μπορεί, κατά την κρίση του, να επιδικάσει στον εργαζόμενο εύλογο αποζημίωση την οποία βαρύνονται οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος εργοδότη, το ύψος της οποίας καθορίζεται ανάλογα με τις ειδικές συνθήκες και τις περιστάσεις. Η εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία για τη διεκδίκηση της αποζημιώσεως του μισθωτού αφορά αποζημίωση την οποία ο μισθωτός δικαιούται απευθείας από το Ν.2112/1920 ή το Β.Δ. της 16/18-7-1920 και όχι την αποζημίωση που δικαιούται από άλλη αιτία, όπως είναι και εκείνη του άρθρου 675 του Αστικού Κώδικα (`Αρειος Πάγος 882/2007, Εφετείο Θεσσαλονίκης 483/2004).

7. Ασφάλιση

Με τις διατάξεις του άρθρου 74 του N. 4144/2013 , με τις οποίες αντικαθίστανται τα άρθρα 20 και 21 του Ν. 3863/2010 , όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους από την παρ. 8 του άρθρου 76 του Ν. 3996/2011 , ρυθμίζονται τα θέματα αμοιβής και ασφάλισης τού κατ΄ οίκον του εργοδότη απασχολούμενου προσωπικού που παρέχει εξαρτημένη εργασία ή υπηρεσίες, με τη διαδικασία έκδοσης και εξαργύρωσης της ειδικής επιταγής «Eργόσημο».

Ειδικότερα, στις κατηγορίες αμειβόμενων και ασφαλιζόμενων προσώπων μέσω «Εργοσήμου» συγκαταλέγεται και το κατ΄ οίκον του εργοδότη απασχολούμενο προσωπικό που παρέχει εξαρτημένη εργασία ή υπηρεσίες, αμειβόμενο με την ώρα ή την ημέρα, σε τακτά ή μη χρονικά διαστήματα, είτε προς έναν, είτε προς περισσότερους του ενός εργοδότες, για την ίδια μισθολογική περίοδο, το οποίο υπάγεται στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. Ενδεικτικά υπάγονται οι εξής εργασίες ή υπηρεσίες:

• οι υπηρεσίες οικογενειακής βοηθητικής φροντίδας (ενδεικτικά: οικιακοί βοηθοί για οικιακή καθαριότητα και γενικό νοικοκυριό, οδηγοί),

• οι κηπουρικές εργασίες,

• η φύλαξη και μεταφορά παιδιών, νηπίων και βρεφών,

• η υποστήριξη με την παροχή κάθε μορφής βοήθειας και φροντίδας σε ηλικιωμένα άτομα και σε άτομα με ειδικές ανάγκες, συμπεριλαμβανομένης και της διευκόλυνσης των ατόμων αυτών για συμμετοχή τους σε πολιτιστικές, θρησκευτικές, ψυχαγωγικές και κοινωνικές δραστηριότητες,

Σχετική πληροφόρηση παρέχει η Εγκύκλιος Ι.Κ.Α. 43/2013 του I.K.A.-ETAM, με αριθμ. πρωτ. A21/449/63/11-7-2013. Επισημαίνεται ότι οι σχετικές ρυθμίσεις περί εργοσήμου δεν καταργούν υφιστάμενες ρυθμίσεις της εργατικής νομοθεσίας.

8. Ποιος θεωρείται εργοδότης

Γενικός ορισμός της έννοιας του εργοδότη δεν έχει θεσπιστεί. Η υπό ευρεία έννοια όμως αυτού δίδεται από διάφορες διατάξεις, όπως της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 1876/1990, του άρθρου 8 του Α.Ν. 1846/1951 «περί Ι.Κ.Α.», του άρθρο 1 παρ. 4 του Α.Ν. 539/1945 περί αδειών, του άρθρου 1 του Β.Δ. της 24-7/21-8-1920 κ.λπ., σύμφωνα με τις οποίες εργοδότης θεωρείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που μετέχει στη σύμβαση εργασίας χωρίς να είναι μισθωτός (βλ. Γκούτου-Λεβέντη, Εργατική Νομοθεσία, εκδ. 1988, παρ. 6 αριθμ. 1) ή, κατ΄ άλλη διατύπωση, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στην υπηρεσία του οποίου διατελεί, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, άλλο φυσικό πρόσωπο, το οποίο του παρέχει την εργασία αυτή έναντι μισθού (Εφετείο Κρήτης 514/2007, Εφετείο Πειραιά 714/1999). Ειδικά για το Ι.Κ.Α., ο γενικός προσδιορισμός ότι εργοδότης έναντι του Ι.Κ.Α. θεωρείται «το φυσικό πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου παρέχεται η εργασία» εφαρμόζεται και στην ασφάλιση των οικιακών μισθωτών, δεν είναι όμως πάντοτε επαρκής. Για το λόγο αυτό ο οικείος Κ.Α.-Ι.Κ.Α. καθορίζει ως εκ περισσού και τα εξής: «Ειδικά, προκειμένου για απασχόληση σε οικογένεια, ως εργοδότης των προσώπων αυτών θεωρούνται από κοινού και οι δύο σύζυγοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον». Και περαιτέρω, σε περιπτώσεις αδιευκρίνιστων καταστάσεων, εργοδότης μπορεί να ορισθεί «το ενήλικο μέλος της οικογενείας, το οποίο είναι κύριος ή μισθωτής του ακινήτου στο οποίο διαμένει η οικογένεια ή εκείνο στο οποίο ανήκει το δικαίωμα χρήσεως της κατοικίας λόγω επιτάξεως ή παραχωρήσεως κατά παράκληση» (ΑΥΚΑ Φ21/21/2396/85, ΔΕΝ 1985 σελ. 985. Μελέτη Γ. Ψηλού σε ΔΕΝ 2001.1153 επ.) (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 294/2011).

Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα από άρθρο του κ. Πέτρου Ραπανάκη, με τίτλο «Το πλαίσιο των όρων αμοιβής, εργασίας και ασφάλισης των Οικιακών μισθωτών» που δημοσιεύθηκε στο τεύχος Σεπτεμβρίου 2020 του περιοδικού Epsilon7. Το πλήρες άρθρο περιλαμβάνει και "Υπόδειγμα ατομικής σύμβασης εργασίας οικιακού οικόσιτου εργαζόμενου με μερική απασχόληση"



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Οικιακό προσωπικό, Οικιακή βοηθός