25/02/21 | Αρχική > Αρθρογραφία > Επώνυμες Σκέψεις

Η ελληνική οικονομία μετά την πανδημία

Πολλές είναι οι συζητήσεις που γίνονται αυτή την περίοδο και αφορούν στο πώς θα κινηθεί η ζήτηση στην εγχώρια οικονομία, από την άνοιξη και μετά, όταν ελπίζεται ότι θα έχουν αρχίσει να αποκλιμακώνονται τα περιοριστικά μέτρα εναντίον της πανδημίας σε Ελλάδα και εξωτερικό.

Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η ζήτηση θα είναι αναιμική, καθώς μεγάλο τμήμα των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων έχει πληγεί από τις επιπτώσεις της πανδημίας, όταν τα ίδια νοικοκυριά και οι ίδιες επιχειρήσεις υπέφεραν κατά την προηγούμενη δεκαετία από την οικονομική κρίση.

Αντίθετα, αρκετοί άλλοι εκτιμούν ότι θα προκύψει μια έντονη αύξηση της ζήτησης κατά τους πρώτους τουλάχιστον μήνες, εξ’ αιτίας τεσσάρων κυρίως παραγόντων:

Πρώτον, επειδή «πολλά νοικοκυριά έχουν χρήματα». Ειδικότερα, οι καταθέσεις των νοικοκυριών αυξήθηκαν μέσα στην πανδημία (βλέπε στοιχεία παρατιθέμενου πίνακα) κατά δέκα δισ. ευρώ, καθώς από τη μια πλευρά μειώθηκε σημαντικά η κατανάλωση και από την άλλη, δανεικό κρατικό χρήμα από το εξωτερικό ενίσχυσε οικονομικά νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Η αύξηση μάλιστα των καταθέσεων μέσα στην πανδημία δεν αποτελεί μόνο ελληνικό φαινόμενο, αλλά ευρωπαϊκό, με ό,τι αυτό μπορεί να σημάνει για την πορεία του εισερχόμενου τουρισμού το προσεχές καλοκαίρι. Έτσι, με βάση τα στοιχεία που εξέδωσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, το Δεκέμβριο του 2020 οι καταθέσεις των νοικοκυριών στην Ευρωζώνη αυξήθηκαν κατά 53 δισ. ευρώ (ετήσιος ρυθμός +8,7%), έναντι ανόδου κατά 61 δισ. ευρώ το Νοέμβριο (ετήσιος ρυθμός +8,3%).

Σύμφωνα με την Alpha Bank, τα νοικοκυριά υψηλότερου εισοδηματικού κλιμακίου ήταν εκείνα που συσσώρευσαν αποταμιεύσεις, διότι μείωσαν, σε μεγάλο βαθμό, τις δαπάνες για διακοπές, ταξίδια, ψυχαγωγία, υπηρεσίες δηλαδή που αντιπροσωπεύουν σημαντικό τμήμα του διαθέσιμου εισοδήματός τους. Αντίθετα, η αποταμίευση των νοικοκυριών χαμηλού εισοδηματικού κλιμακίου και ιδιαίτερα εκείνων που επλήγησαν περισσότερο από την πανδημική κρίση (περιλαμβάνουν ανέργους, εργαζομένους με μειωμένες ώρες απασχόλησης, ασθενείς κ.ά.) μειώθηκε, αφού ένα μεγάλο μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού τους αφορά ανελαστικές δαπάνες και είδη πρώτης ανάγκης (τρόφιμα, θέρμανση κ.λπ.).

Δεύτερον, το γεγονός ότι ένα αξιοσημείωτο τμήμα των αγορών που ήταν προγραμματισμένο να γίνει κατά το προηγούμενο δωδεκάμηνο, αναβλήθηκε λόγω της πανδημίας. Μεταξύ άλλων αναβλήθηκαν και επενδυτικά σχέδια επιχειρήσεων σε ολόκληρο τον κόσμο, που αναμένεται να σταδιακά να αρχίσουν να υλοποιούνται.

Τρίτον, η ψυχολογική πίεση που έχουν δεχτεί οι ευρωπαϊκές (και όχι μόνο) κοινωνίες, παράγοντας που αναμένεται να ωθήσει περισσότερο κόσμο στις βιτρίνες των καταστημάτων και σε διακοπές, όταν αυτό καταστεί εφικτό.

Και τέταρτο, το κλίμα θετικής ψυχολογίας που έχει καλλιεργηθεί εξ’ αιτίας της αναμενόμενης μεγάλης εισροής Κοινοτικών κονδυλίων στη χώρα κατά τα επόμενα πέντε έως επτά χρόνια. Ενδεικτικό είναι το ότι απομένουν προς απορρόφηση γύρω στα δέκα δισ. ευρώ από το τρέχον ΕΣΠΑ, άλλα 25-27 δισ. ευρώ από το νέο ΕΣΠΑ που θεωρητικά ξεκίνησε το 2021 και κάπου 32 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης, το 70% των οποίων θα πρέπει να έχει συμβασιοποιηθεί μέχρι και το τέλος του έτους 2022. Κύκλοι της αγοράς εκτιμούν ότι η πορεία της ελληνικής οικονομίας θα κριθεί σε σημαντικό βαθμό από το κατά πόσο η χώρα θα καταφέρει να απορροφήσει τα προαναφερθέντα κονδύλια, ιδίως όταν αυτή την περίοδο μεγάλο τμήμα των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων αντιμετωπίζει τις δυσμενείς επιπτώσεις της πανδημίας.

Τα οικονομικά κράτους-νοικοκυριών

Από την άλλη πλευρά βέβαια, κανείς δεν πρέπει να ξεχνά τη «μεγάλη εικόνα» του Ελληνικού Δημοσίου και των νοικοκυριών της χώρας. Το Ελληνικό Δημόσιο θα βγει από την πανδημία με έναν πανύψηλο δείκτη χρέους, που θα προσεγγίζει το 210% του ΑΕΠ, όταν ο μέσος δείκτης της Ευρωζώνης θα είναι περίπου ο μισός.

Πέραν αυτών, τροχοπέδη σε μια προσπάθεια ταχείας ανάκαμψης στην οικονομία θα αποτελέσουν και τα οικονομικά μεγάλου τμήματος των νοικοκυριών. Όπως προκύπτει από τους παρατιθέμενους πίνακες, μπορεί κατά τα τελευταία χρόνια τα δανειακά ανοίγματα των νοικοκυριών προς τις τράπεζες να έχουν περιοριστεί, ή ακόμη μπορεί λιγότερα νοικοκυριά να ζουν με δανεικά, ή «τρώγοντας από τα έτοιμα», ωστόσο σήμερα:

α) Η όποια βελτίωση δεν έχει προέλθει κυρίως από την αύξηση των εισοδημάτων (μείωση ανεργίας, άνοδος μισθών), αλλά από τον περιορισμό της κατανάλωσης. Ειδικότερα, τα τραπεζικά δάνεια προς τα νοικοκυριά μειώθηκαν από τα 94,5 δισ. ευρώ το Δεκέμβριο του 2015 στα 64,5 δισ. ευρώ το Νοέμβριο του 2020.

β) Η πλειονότητα των νοικοκυριών δεν είναι σε θέση να αποταμιεύσει (μόλις το 27% προκύπτει από την έρευνα του ΙΟΒΕ τον Ιανουάριο του 2021). Αντίθετα, το 15% είτε έχει χρεωθεί, είτε «τρώει από τα έτοιμα», ενώ το 59% δηλώνει πως «μόλις και τα βγάζει πέρα».

γ) Μεγάλος αριθμός νοικοκυριών «κουβαλά στην πλάτη του» ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις προς τράπεζες, δημόσιο και ασφαλιστικούς οργανισμούς. Γενικότερα (βλέπε πίνακα με τα στοιχεία της Allianz για το 2019) μπορεί οι υποχρεώσεις των νοικοκυριών στην Ελλάδα ως ποσοστό του ΑΕΠ να μην διαφέρουν σημαντικά από αυτές των άλλων ευρωπαϊκών χωρών (είναι πχ ανάλογες με αυτές των Γερμανών) ωστόσο τα ελληνικά νοικοκυριά χαρακτηρίζονται από το χαμηλότερο κατά κεφαλή εισόδημά τους, παράγοντας που δυσκολεύει τη διαδικασία αποπληρωμής των χρεών τους. Επιπλέον, πέρα από τους μέσους όρους, σημασία έχει και η κατανομή των χρεών, καθώς πολλά νοικοκυριά δεν έχουν το παραμικρό χρέος, ενώ πολλά άλλα βρίσκονται σε δυσχερέστατη θέση.






comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Ελληνική οικονομία, Νοικοκυριά, Κορωνοϊός