25/01/21 | Αρχική > Αρθρογραφία > Επώνυμες Σκέψεις

Επιχειρήσεις: Χρηματοδότηση δύο ταχυτήτων

Παρά την ιδιαίτερα ευνοϊκή αλλαγή του περιβάλλοντος, πολύ μεγάλο ποσοστό των ελληνικών επιχειρήσεων εξακολουθεί να αντιμετωπίζει προβλήματα προκειμένου να αποκτήσει πρόσβαση σε επαρκή και φτηνή χρηματοδότηση. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Το περιβάλλον

Από όλες τις πλευρές προκύπτει πως η διεθνής ρευστότητα διατηρείται σε απίστευτα υψηλά επίπεδα, με τα επιτόκια να βρίσκονται σε ιστορικά χαμηλό σημείο και τους επενδυτές σε παγκόσμιο επίπεδο να αναζητούν «με τα κιάλια» τοποθετήσεις που να συνδυάζουν θετικές αποδόσεις με περιορισμένο ρίσκο.

Τα στοιχεία του παρατιθέμενου πίνακα είναι ενδεικτικά, καθώς όσοι επιθυμούν να τοποθετήσουν τις αποταμιεύσεις τους στα «σίγουρα» ομόλογα του γερμανικού δημοσίου θα κληθούν να επιβαρυνθούν με αρνητικές αποδόσεις, ακόμη και αν επιλέξουν τα χρεόγραφα δεκαετούς διάρκειας! Όσο για την απόδοση των δεκαετών κρατικών χρεογράφων των ΗΠΑ περιορίζονται μόλις στο 1,1%, αλλά θα πρέπει να συνεκτιμηθεί και το ρίσκο της συναλλαγματικής ισοτιμίας που αναλαμβάνει κάθε αποταμιευτής.

Ένα άλλο στοιχείο που περιγράφει την τρέχουσα κατάσταση είναι το ότι όσα λεφτά των ευρωπαϊκών τραπεζών κατατίθενται στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα επιβαρύνονται με (αρνητικό) επιτόκιο 0,5%. Αυτός άλλωστε είναι ένας ακόμη λόγος (αποφυγή της προαναφερθείσας επιβάρυνσης και επιπρόσθετα έσοδα από προμήθειες) για τον οποίον οι ελληνικές τράπεζες ωθούν τμήμα των καταθετών τους να τοποθετήσουν ποσοστό των αποταμιεύσεών τους σε μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων και σε ασφαλιστικά-επενδυτικά προϊόντα μακροπρόθεσμης διάρκειας. Το μόνο βέβαιο είναι οι ελληνικές τράπεζες οι οποίες μέχρι προ ολίγων ετών «βρίσκονταν στον αναπνευστήρα» αντλώντας ρευστότητα από το μηχανισμό έκτακτης ανάγκης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (το γνωστό ως ELA) σήμερα διαθέτουν υπερβάλλουσα ρευστότητα, ιδίως όταν οι καταθέσεις των νοικοκυριών αυξήθηκαν κατά επτά περίπου δισ. ευρώ κατά τη διάρκεια της πανδημίας.

Οι ασφαλιστικές εταιρείες της Ελλάδας διαθέτουν επενδύσεις χαρτοφυλακίου της τάξεως των 17 δισ. ευρώ, το 60% των οποίων είναι τοποθετημένο σε καταθέσεις και χρεόγραφα του εξωτερικού, δηλαδή «λιμνάζουν» με ασήμαντες αποδόσεις. Ακόμη πιο εμφατικό είναι το πρόβλημα των ασφαλιστικών εταιρειών διεθνώς, οι επενδύσεις των οποίων προσεγγίζουν τα 30 τρισ. δολάρια αναζητούν αποδοτικότερους προορισμούς!

Εμφανέστατη επίσης είναι και η ιδιαίτερα έντονη παρουσία των διαφόρων κατηγοριών funds, τα οποία ζητούν να αποκτήσουν πλειοψηφικές ή μειοψηφικές θέσεις σε μεγάλες και μεσαίες εγχώριες επιχειρήσεις, ή ακόμη και σε επαγγελματικά ακίνητα. Ενδεικτικά μόνο να αναφέρουμε πως μόνο κατά τα λίγα τελευταία χρόνια έχουν αγοραστεί εταιρείες με ηγετική θέση στο χώρο της ιδιωτικής υγείας (πχ Metropolitan, Iaso General, Όμιλος Υγεία και δρομολογείται η υπόθεση της Euromedica), των τροφίμων (πχ Vivartia), των ιχθυοκαλλιεργειών (Νηρέας, Σελόντα, Περσεύς, Ανδρομέδα), αλλά και αρκετών άλλων κλάδων.

Κατά τα τελευταία χρόνια επίσης (από το 2016), αναπτύχθηκε στην Ελλάδα και η αγορά των εταιρικών ομολόγων που διαπραγματεύονται στο Χρηματιστήριο της Αθήνας. Μέσα στη συγκεκριμένη πενταετία αντλήθηκε από εγχώριες επιχειρήσεις (πχ ΟΠΑΠ, ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή, ΓΕΚ-ΤΕΡΝΑ, Lamda Development, Attica Group, Coral, Housemarket, B&F) δανειακό ποσό που προσέγγισε τα 2,5 δισ. ευρώ και μάλιστα στις πλείστες των εκδόσεων τα προσφερόμενα κεφάλαια ήταν πολύ περισσότερα από όσα ζητήθηκαν από τις εταιρείες.

Τέλος, χαρακτηριστικό στοιχείο των τελευταίων ετών αποτελεί το γεγονός ότι το μέσο κόστος δανεισμού των ελληνικών επιχειρήσεων μειώθηκε, γεγονός που αποδίδεται κυρίως σε παράγοντες όπως: α) Ο μηδενισμός του EURIBOR στα επιχειρηματικά δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου (EURIBOR συν spread), λόγω των αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας β) Η μείωση του spread σε ορισμένες εταιρείες, λόγω της καλύτερης οικονομικής τους πορείας γ) Τα χαμηλότερα κατά κανόνα επιτόκια σε αναδιαρθρώσεις δανείων εταιρειών με «βαρύ» παθητικό, είτε μετά από την είσοδο στρατηγικών επενδυτών, είτε μετά από παροχή πρόσθετων εγγυήσεων από τις ίδιες τις εταιρείες, ή από τους βασικούς τους μετόχους.

Αποδόσεις κρατικών ομολόγων

10ετές Γερμανίας

-0.50%

2ετές Γερμανίας

-0.70%

10ετές ΗΠΑ

1.10%

2ετές ΗΠΑ

0.12%

10ετές Ελλάδας

0.69%

Δυσκολίες χρηματοδότησης

Παρά το γεγονός ότι στο ευρύτερο περιβάλλον παρατηρείται ιδιαίτερα υψηλή ρευστότητα, η πλειονότητα των εγχώριων επιχειρήσεων δυσκολεύεται ακόμη να αποκτήσει πρόσβαση σε επαρκή και φτηνή χρηματοδότηση.

Ο βασικότερος ίσως λόγος είναι πως οι ελληνικές εταιρείες είναι κατά κανόνα μικρομεσαίου μεγέθους και επιπλέον καταπονημένες από την πολυετή οικονομική κρίση, με αποτέλεσμα οι τράπεζες να διστάζουν να τις χρηματοδοτήσουν, ιδίως σε μια περίοδο που καλούνται να αντιμετωπίσουν το ζήτημα της διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων τους. Η έλευση της πανδημίας ήρθε να επιδεινώσει τα πράγματα για τις τράπεζες, καθώς υπάρχουν εκτιμήσεις που θέλουν τα πρόσθετα κόκκινα δάνεια λόγω της covid-19 να κυμαίνονται γύρω στα οκτώ με δέκα δισ. ευρώ.

Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό είναι ότι σταδιακά ανεβαίνει ο πήχης των προϋποθέσεων που θέτουν οι δανειστές (σε Ελλάδα και εξωτερικό) προκειμένου να χρηματοδοτήσουν μια επιχείρηση. Γενικότερα, οι εταιρείες που δεν διαθέτουν σαφείς στόχους, αξιόπιστο management και ένα ρεαλιστικό business plan δυσκολεύονται να δουν το «χρώμα του χρήματος» είτε μιλάμε για δανειοδότηση, είτε για άντληση ιδίων κεφαλαίων. Με εξαίρεση κάποιες περιπτώσεις start ups, οι εταιρείες που ζητούν να αντλήσουν κεφάλαια δεν θα πρέπει απλά να παρουσιάσουν ιδέες και «σχέδια επί χάρτου», αλλά να έχουν να επιδείξουν ένα επιτυχημένο παρελθόν (track record).

Τα funds και οι ξένοι επενδυτές δίνουν πλέον αρκετή βαρύτητα σε θέματα Εταιρικής Διακυβέρνησης και για μεγαλύτερες εταιρείες σε ζητήματα «βιώσιμης ανάπτυξης». Σταδιακά προς την ίδια κατεύθυνση κινούνται και οι ελληνικές τράπεζες.

Τα ζητήματα της «πράσινης» οικονομίας, του περιβάλλοντος και της καινοτομίας θα πρέπει να μελετηθούν επισταμένως από όσες επιχειρήσεις θα ζητούν σε λίγα χρόνια κεφάλαια. Ήδη, τα Κοινοτικά κονδύλια (ΕΣΠΑ, Ταμείο Ανάκαμψης, γεωργικά προγράμματα) θα δίνουν προτεραιότητα και κίνητρα σε τέτοιου είδους projects. Είναι προφανές πως το γεγονός αυτό θα επηρεάσει τη στάση τόσο των τραπεζών, όσο και των επενδυτών (μετόχων και ομολογιούχων).

Επίσης, εταιρείες πολλών κλάδων θα πρέπει να εντείνουν τα αμέσως επόμενα χρόνια την προσπάθειά τους προκειμένου να μειώσουν το «αποτύπωμά» τους στο περιβάλλον, μέσα από διάφορες δράσεις, όπως χρήση ανακυκλωμένων καυσίμων και πρώτων υλών, μονάδες παραγωγής που ρυπαίνουν λιγότερο, βελτιωμένο οικολογικά μίγμα παραγόμενων προϊόντων, επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, κ.λπ.



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Κρατικά ομόλογα, Αποδόσεις, Χρηματοδότηση επιχειρήσεων