14/01/21 | Αρχική > Αρθρογραφία > Εργατικά και Πρακτικά

Η Ασθένεια βραχείας διάρκειας

1. Ασθένεια μισθωτού

Το θέμα της ασθένειας του μισθωτού αποτελεί διαχρονικά ένα επίκαιρο ζήτημα που αφορά άμεσα τόσο τους ίδιους τους μισθωτούς όσο και τους εργοδότες. Τα άρθρα 648, 652 - 655 του Α.Κ. αναφέρουν ότι ο μισθός καταβάλλεται εφόσον πραγματικά παρασχέθηκε εργασία από τον εργαζόμενο. Εξαίρεση αποτελούν τα ανυπαίτια κωλύματα, τα οποία αναφέρονται στα άρθρα 657 και 658 του Α.Κ.. Τέτοια είναι η ασθένεια, το εργατικό ατύχημα, η εγκυμοσύνη, η στράτευση, η άσκηση υποχρεωτικών από το νόμο καθηκόντων του εργαζόμενου ως πολίτη, καθώς και ο αποκλεισμός του λόγω ανωτέρας βίας. Σύμφωνα λοιπόν με τα άρθρα 657 και 658 του Α.Κ. ο εργαζόμενος, εφόσον έχει κάποιους απ΄ τους λόγους που αναφέρθηκαν παραπάνω, μπορεί να απουσιάσει από την εργασία του, και ταυτόχρονα διατηρεί την αξίωση προς είσπραξη του μισθού του για ορισμένο χρονικό διάστημα. Μία από τις πιο συνηθισμένες αιτίες ανυπαιτίου κωλύματος, είναι η βραχεία ασθένεια.

Ο μισθωτός οφείλει να εκτελεί με επιμέλεια την εργασία του (άρθρο 652 του Α.Κ.). Έχει λοιπόν, υποχρέωση να προσέρχεται κανονικά και ανελλιπώς στην εργασία του. Η αποχή του μισθωτού από την εργασία του, λόγω ασθένειας, έχει σοβαρές συνέπειες. Έτσι: α) Θεμελιώνει δικαίωμα του ασθενούντος μισθωτού για λήψη του μισθού από τον εργοδότη, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις (άρθρα 657 και 658 του Α.Κ.). β) Θεμελιώνει δικαίωμα του μισθωτού για λήψη επιδόματος ασθένειας από τον οικείο Ασφαλιστικό Οργανισμό. γ) Υπάρχουν συνέπειες και για την ίδια τη σύμβαση εργασίας.

Η αποχή του μισθωτού από την εργασία του λόγω ασθενείας δεν λύει αυτοδικαίως τη σύμβαση εργασίας, ούτε κι όταν η διάρκεια της ασθένειας είναι μεγάλη. Ειδικότερα, η αδικαιολόγητη απουσία απ΄ την εργασία, έστω και ολίγων ημερών, μπορεί να θεωρηθεί ως λύση της συμβάσεως εργασίας από υπαιτιότητα του μισθωτού. Όμως, η αποχή μισθωτού (υπαλλήλου, εργατοτεχνίτη, υπηρέτη) από την εργασία του, που οφείλεται σε ασθένεια βραχείας, σχετικώς, διάρκειας ή προκειμένου για γυναίκα σε λοχεία, δεν θεωρείται ως λύση της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους αυτού ( άρθρα 5 παρ. 3 του Ν. 2112/20 , όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 του Ν. 4558/30 και 8 του Β.Δ. 16/18-7-2020).

2. Οι ασθένειες που έχουν εφαρμογή

Οι διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 και 8 του Β.Δ. 16/18-7-1920, έχουν εφαρμογή σε κάθε ασθένεια, συνέπεια της οποίας ο μισθωτός απουσίασε από την εργασία του και ανεξάρτητα με την αιτία που την προκάλεσε. Επίσης, είναι αδιάφορο εάν η ασθένεια προήλθε από ατύχημα κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εκτός υπηρεσίας, από οποιαδήποτε ασθένεια (ψυχική και πνευματική) ή αν οφείλεται ή όχι σε πταίσμα του μισθωτού. Η τυχόν υπαιτιότητα του μισθωτού στην ασθένειά του ερευνάται και έχει σημασία μόνο για την περίπτωση καταβολής του μισθού του. Ως ασθένεια που να δικαιολογεί την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, λογίζεται μόνο η ασθένεια του ιδίου του μισθωτού και όχι άλλων προσώπων, έστω και αν αυτά αποτελούν μέλη της οικογενείας του.

3. Προϋποθέσεις και αποδοχές ασθένειας

Για να μπορέσει ένας εργαζόμενος να υπόκειται στις διατάξεις περί ασθενείας, θα πρέπει οπωσδήποτε να τηρούνται δύο βασικές προϋποθέσεις:

α) Ο εργαζόμενος να απασχολείται στην επιχείρηση πάνω από 10 ημέρες.

β) Να έχει εξεταστεί και να του έχει χορηγηθεί αποδεικτικό ασθενείας από γιατρό του αρμόδιου ασφαλιστικού φορέα. Στην περίπτωση που ο εργαζόμενος ασφαλίζεται για πρώτη φορά και δεν έχει τις προϋποθέσεις για ασφαλιστική κάλυψη, τότε προς απόδειξη της ασθένειάς του αρκεί η βεβαίωση από ιδιώτη γιατρό.

Ο εργαζόμενος κατά τη διάρκεια ασθενείας του διατηρεί αξίωση στο μισθό του ως εξής:

α) Αν έχει συμπληρώσει στον εργοδότη του, υπηρεσία μεγαλύτερη των δέκα ημερών, αλλά μικρότερη από έτος, δικαιούται αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου.

β) Αν έχει συμπληρώσει υπηρεσία ενός έτους δικαιούται αποδοχές ενός μηνός.

Εάν δεν έχει συμπληρώσει 10ήμερο στην εργασία του, δεν θεμελιώνει δικαίωμα στο μισθό. Το παραπάνω δικαίωμα στο μισθό του έχει ο λόγω ασθενείας κωλυόμενος να εργασθεί μισθωτός καθ΄ έκαστων εργασιακό έτος (και όχι κάθε ημερολογιακό έτος). Εννοείται ότι οι αμειβόμενοι με ημερομίσθιο μισθωτοί δικαιούνται να λάβουν τόσα ημερομίσθια όσες είναι οι εργάσιμες ημέρες του δεκαπενθημέρου ή του μήνα, ενώ οι αμειβόμενοι με μηνιαίο μισθό δικαιούνται μισό ή ένα ολόκληρο μηνιαίο μισθό. Οι αμειβόμενοι με ποσοστά ή με ποσοστά και μισθό δικαιούνται, σε περίπτωση ασθενείας, να λάβουν από τον εργοδότη τους αποδοχές κατά τις διακρίσεις των άρθρων 657 και 658 του Α.Κ., που υπολογίζονται βάσει του μέσου όρου των πραγματοποιούμενων αποδοχών.

Σε κάθε περίπτωση, ο εργοδότης δικαιούται να εκπέσει από τις κατά τα άνω οφειλόμενες, λόγω ασθενείας, αποδοχές στον εργαζόμενο όσα τυχόν έλαβε ο τελευταίος δυνάμει υποχρεωτικής από το νόμο ασφαλίσεως και εξ΄ αιτίας της ασθενείας (άρθρο 657 παρ. 2 του Α.Κ.). Εκπίπτει το επίδομα ασθενείας, το οποίο καταβάλλεται από τον Ασφαλιστικό Οργανισμό στο μισθωτό για τις εργάσιμες ημέρες του προβλεπόμενου από τα άρθρα 657 και 658 του Α.Κ. χρόνου (15νθήμερου ή μήνα) και όχι το τυχόν καταβληθέν σ΄ αυτόν μεγαλύτερο επίδομα είτε γιατί ο Ασφαλιστικός Οργανισμός παρέχει επίδομα για όλες τις ημέρες (και τις μη εργάσιμες) είτε γιατί η ασθένεια διήρκησε επί χρόνο μακρύτερο. Σε περίπτωση τοκετού εκπίπτει το επίδομα κυήσεως ή λοχείας, όχι όμως και το επίδομα τοκετού.

4. Αναγγελία ασθένειας

Κάθε μισθωτός, που κωλύεται λόγω ασθενείας να προσέλθει στην εργασία του, οφείλει να ειδοποιήσει την υπηρεσία του για την αδυναμία του να εργασθεί, Δεν έχει νομοθετηθεί ομοιόμορφος τρόπος αποδείξεως της ασθένειας. Εφόσον ο εργαζόμενος είναι ασφαλισμένος, για την απόδειξη της ασθένειάς του, απαιτείται βεβαίωση ιατρού του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού. Σε περίπτωση όμως, που ο εργαζόμενος δεν έχει τις προϋποθέσεις για ασφαλιστική κάλυψη, τότε προς απόδειξη της ασθένειάς του αρκεί βεβαίωση από ιδιώτη ιατρό. Ο εργοδότης, στην τελευταία περίπτωση, δικαιούται να ζητήσει και συμπληρωματικά στοιχεία που να αποδεικνύουν την ασθένεια. Οπωσδήποτε, δεν δικαιούται να απαιτήσει, από τον ασθενούντα μισθωτό να τον εξετάσει μόνο γιατρός της αρεσκείας του. Παράλειψη αναγγελίας της ασθένειας και στη συνέχεια αποχή από την εργασία, εφόσον προέρχεται από δόλο ή αμέλεια, μπορεί να αποτελέσει σπουδαίο λόγο καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότη, χωρίς υποχρέωσή του να καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση (Α.Π.385/64). Καθυστερημένη από το μισθωτό προσαγωγή πιστοποιητικού της ασθένειας εγγράφου είναι επιτρεπτή, εφόσον έχει ειδοποιήσει εγκαίρως περί αυτής τον εργοδότη του (Α.Π. 378/65). Αν όμως, δεν έχει ειδοποιήσει τον εργοδότη του, η απουσία από την εργασία μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να θεωρηθεί αδικαιολόγητη και να επιφέρει τη λύση της συμβάσεως εργασίας αζημίως για τον εργοδότη (Α.Π. 385/64).

5. Ασθένεια βραχείας διάρκειας

Ως βραχείας διάρκειας ασθένεια θεωρείται:

α) Η διαρκούσα ένα μήνα για μισθωτούς που έχουν υπηρεσία μέχρι τεσσάρων (4) ετών.

β) Η διαρκούσα τρεις μήνες για τους μισθωτούς που έχουν υπηρεσία πλέον των τεσσάρων και μέχρι δέκα (10) ετών.

γ) Η διαρκούσα τέσσερις μήνες για όσους έχουν υπηρεσία πλέον των δέκα και μέχρι δέκα πέντε (15) ετών.

δ) Η διαρκούσα έξι μήνες για όσους έχουν υπηρεσία πλέον των δέκα πέντε (15) ετών.

Τα παραπάνω ορίζει η παράγραφος 3 του άρθρου 5 του Ν. 2112/1920 , που προστέθηκε με το άρθρο 3 του Ν. 4558/1930 . Η διάταξη αφορά τους μισθωτούς με υπαλληλική ιδιότητα, αλλά η νομολογία έκρινε ότι τα ίδια όρια βραχείας ασθένειας ισχύουν και για τους εργατοτεχνίτες και υπηρέτες για την ταυτότητα του νομικού λόγου (Α.Π. 385/64).

Τα παραπάνω χρονικά όρια που αναφέρονται, αρχίζουν από την ημέρα που ο μισθωτός απουσίασε από την εργασία λόγω της ασθένειάς του και λήγουν την αντίστοιχη ημέρα του μηνός, των τριών μηνών κ.λπ. Σε αυτά συνυπολογίζονται οι Κυριακές, οι εορτές και οι λοιπές μη εργάσιμες ημέρες.

Με τον ίδιο τρόπο υπολογίζονται και τα έτη υπηρεσίας, τα οποία προσμετρούνται μόνο εφόσον είναι συμπληρωμένα πλήρως. Συνεπώς και λίγες ημέρες όταν λείπουν, το έτος δεν συνυπολογίζεται. Νοείται ότι για να προσμετρηθούν τα έτη υπηρεσίας, δεν απαιτείται η παροχή πραγματικής εργασίας σε όλη τη διάρκειά τους, αλλά αρκεί απλώς να υπάρχει έγκυρη σύμβαση εργασίας. Γιατί είναι δυνατό να τελεί η εργασία αυτή σε αναστολή λόγω στράτευσης, κανονικής αδείας, κυοφορίας, λοχείας κ.λπ..

Η υπηρεσία, για την οποία ομιλεί ο νόμος, νοείται διανυθείσα στον ίδιο εργοδότη. Σε περίπτωση μεταβολής του προσώπου του εργοδότη, ο νέος εργοδότης υποχρεούται να προσμετρήσει το χρόνο υπηρεσίας που διανύθηκε στον προηγούμενο εργοδότη. Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη της δικαστηριακής νομολογίας, λαμβάνεται υπόψη μόνο το χρονικό διάστημα της τελευταίας συνεχούς απουσίας από την εργασία λόγω ασθένειας και όχι τα προηγούμενα χρονικά διαστήματα της ασθένειας που τυχόν υπάρχουν (Α.Π. 443/58).

6. Καταγγελία της συμβάσεως εργασίας κατά τη διάρκεια της ασθένειας

Δεν απαγορεύεται η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας κατά τη διάρκεια της ασθένειας του μισθωτού (Α.Π. 288/66). Πάντως, ο μισθωτός δεν χάνει το δικαίωμα λήψεως των αποδοχών του λόγω του ανυπαιτίου κωλύματος, σύμφωνα με το άρθρο 658 του Α.Κ., κατά το οποίο «η αξίωσης υφίσταται και αν έτι ο εργοδότης κατήγγειλε την σύμβασιν».

Αναφορικά με την ασθένεια μακράς διάρκειας, αν η διάρκεια της ασθενείας υπερβεί τα ανωτέρω όρια, η απουσία του εργαζομένου δεν θεωρείται ως αυτοδίκαια λύση της συμβάσεως εργασίας, αλλά τούτο θα κριθεί από το δικαστήριο. Έτσι αποφαίνεται σταθερά από το 1959 η νομολογία (Α.Π. 363/59, 465/69, 674/66, 249/84 Τμ. B΄).

Ειδικότερα όμως, δεν σημαίνει ότι κάθε ασθένεια μεγαλύτερης διάρκειας μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί και παραίτηση από την εργασία. Για να κριθεί κάτι τέτοιο πρέπει να αποδειχθεί παράλληλα βούληση, θέληση του εργαζόμενου να παραιτηθεί. Το ίδιο συμβαίνει και με αποχή που οφείλεται σε άλλους λόγους. Η εξέταση των λόγων αποχής και της πρόθεσης ή μη του εργαζόμενου σε παραίτηση είναι κύρια στοιχεία για να διαπιστωθεί αν τέτοιες περιπτώσεις αποτελούν παραίτηση ή όχι.

Τα θέματα αυτά έχουν μεγάλη πρακτική σημασία για τους εργαζομένους. Αν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί τις υπηρεσίες τους μετά τη λήξη της ασθενείας ή των λόγων της μετά τη λήξη της αποχής, θεωρώντας ότι έχουν αποχωρήσει οικειοθελώς, μπορούν να διεκδικήσουν, όπως και στην άκυρη απόλυση είτε μισθούς υπερημερίας και διατήρηση της θέσης εργασίας είτε την αποζημίωση απολύσεως.

7. Υπέρβαση ορίων βραχείας ασθενείας και κανονική άδεια

Για τον υπολογισμό του βασικού χρόνου απασχόλησης του εργαζόμενου, τα διαστήματα κατά τα οποία αυτός απείχε ή απέχει από την απασχόλησή του στην υπόχρεη επιχείρηση λόγω βραχείας σχετικώς διάρκειας ασθενείας, στράτευσης, απεργίας, ανταπεργίας ή ανωτέρας βίας δεν θεωρούνται ως χρόνος μη απασχόλησης ούτε συμψηφίζονται προς τις ημέρες αδείας τις οποίες αυτός δικαιούται (παρ.6 του άρθρου 2 του Α.Ν. 539/1945).

Το δικαίωμα προς λήψη των αποδοχών αδείας είναι ανεξάρτητο από το δικαίωμα του μισθωτού να λάβει αυτούσια την άδεια αναψυχής και επομένως ο μισθωτός δικαιούται αποδοχές αδείας και όταν ακόμα δεν έχει δικαίωμα προς λήψη αδείας. Η αποχή, συνεπώς, του μισθωτού από την εργασία του για διάστημα που υπερβαίνει τα χρονικά όρια της «βραχείας ασθενείας» του άρθρου 3 του Ν.4558/1930 και το οποίο διάστημα θεωρείται, εξ αντιδιαστολής προς το άρθρο 2 παρ.6 του ΑΝ.539/1945 , ως χρόνος αδικαιολόγητης απουσίας, συμψηφιζόμενος προς τις ημέρες της οφειλομένης αδείας, δεν του στερεί το δικαίωμα να απαιτήσει τις προεκτεθείσες αποδοχές (Ολ. ΑΠ 27/2004, Πολ. Πρωτ. Θηβών 12/2006).

Εν όψει των ανωτέρω και σε ότι αφορά την άδεια οι μισθωτοί που ασθένησαν:

α) αλλά δεν υπερέβησαν τα όρια της βραχείας διάρκειας ασθένειας μέσα σε ένα έτος, δικαιούνται να λάβουν την ετήσια κανονική άδεια και το επίδομα αδείας κανονικά.

β) Υπερέβησαν τα όρια βραχείας ασθένειας π.χ. κατά 15 ημέρες (ημερολογιακές), θα πάρουν αυτούσια την άδεια το υπόλοιπο σε εργάσιμες ημέρες που απομένει, αν από τις δικαιούμενες ημέρες αδείας αφαιρεθούν οι εργάσιμες ημέρες που περιλαμβάνονται στο 15νθήμερο διάστημα που υπερέβησαν τα όρια βραχείας ασθένειας (συμψηφισμός). Θα πάρουν όμως όλες τις αποδοχές αδείας καθώς και το επίδομα αδείας.

γ) Υπερέβησαν τα όρια βραχείας ασθένειας επί χρόνο τόσο, όσο και η δικαιούμενη άδεια δεν δικαιούνται για το έτος που ασθένησαν να πάρουν αυτούσια την ετήσια κανονική άδεια, καθόσον οι μέρες αδείας συμψηφίζονται με τις ημέρες υπέρβασης των ορίων της βραχείας διάρκειας ασθένειας. Θα πάρουν όμως τις αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας γιατί είναι αξιώσεις διαφορετικές και δεν μπορεί να προταθούν σε συμψηφισμό. (Έγγραφο Υπoυργείου Εργασίας 1517/1985).

Επίσης, στην Εγκύκλιο του Υπουργείου Εργασίας με αριθμό 1054/81 ορίζεται ότι οι ημέρες αδικαιολόγητης απουσίας του εργαζομένου, ενώ μπορούν να συμψηφιστούν με τις ημέρες κανονικής αδείας αναπαύσεως, σε καμία περίπτωση δεν συμψηφίζονται με τις αποδοχές των ημερών αδείας και του επιδόματος αδείας. Με βάση τα παραπάνω, εργαζόμενος δεν δικαιούται να απουσιάσει με κανονική άδεια εντός του ίδιου έτους αφού ήδη έχει υπερβεί τα προαναφερόμενα όρια βραχείας διάρκειας ασθένειας, καθόσον οι ημέρες της υπερβάσεως συμψηφίζονται με τη δικαιούμενη από αυτόν κανονική άδεια του έτους αυτού. Δικαιούται όμως τις αποδοχές της αδείας, καθώς επίσης και το επίδομα αδείας του ίδιου έτους, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ.16 του Ν.4504/1966 και το άρθρο 6 της από 26/1/1977 ΕΓΣΣΕ, που κυρώθηκε με το άρθρο 8 του Ν.549/1977 (Έγγραφο Υπουργείου Εργασίας 4/12/1997).

8. Εν κατακλείδι

Σύμφωνα με την νομοθεσία ο μισθός καταβάλλεται εφόσον πραγματικά παρασχέθηκε εργασία από τον εργαζόμενο. Εξαίρεση στον γενικό κανόνα αποτελούν τα ανυπαίτια κωλύματα, όπως είναι η ασθένεια, το εργατικό ατύχημα, η εγκυμοσύνη, η στράτευση, η άσκηση υποχρεωτικών από το νόμο καθηκόντων του εργαζόμενου ως πολίτη, καθώς και ο αποκλεισμός του λόγω ανωτέρας βίας. Από τις πιο συνηθισμένες αιτίες ανυπαιτίου κωλύματος, είναι η βραχεία ασθένεια.

Ο εργαζόμενος, εφόσον έχει κάποιους από τους λόγους που αναφέρθηκαν παραπάνω, μπορεί να απουσιάσει από την εργασία του, και ταυτόχρονα διατηρεί την αξίωση προς είσπραξη του μισθού του για ορισμένο χρονικό διάστημα. Προϋπόθεση αποτελεί στην περίπτωση της βραχείας ασθένειας η πληροφόρηση του εργοδότη.

Παράλειψη αναγγελίας της ασθένειας και στη συνέχεια αποχή από την εργασία, εφόσον προέρχεται από δόλο ή αμέλεια, μπορεί να αποτελέσει σπουδαίο λόγο καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότη. Επίσης, η αποχή του μισθωτού (υπαλλήλου, εργατοτεχνίτη, υπηρέτη) από την εργασία του που οφείλεται σε βραχείας σχετικά διάρκειας ασθένεια, δεν θεωρείται ως λύση της εργασιακής σύμβασης εκ μέρους του.

Τέλος, η υπέρβαση των ορίων βραχείας ασθένειας δεν θεωρείται αδικαιολόγητη απουσία και δεν απομειώνει τις ημέρες της κανονικής άδειας και εφόσον ο εργαζόμενος δεν άσκησε αυτουσίως το δικαίωμα στην άδεια αναψυχής, αυτή μετατρέπεται σε χρηματική αξίωση και ο εργαζόμενος δικαιούται τις αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα αυτών.

Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα από άρθρο του κ. Βασιλείου Παπαβασιλείου, με τίτλο «Η Ασθένεια βραχείας διάρκειας» που δημοσιεύθηκε στο τεύχος Μαΐου 2020 του περιοδικού Epsilon7. Το πλήρες κείμενο του άρθρου περιλαμβάνει ανάλυση και για το ζήτημα των αποδοχών άδειας και του επιδόματος άδειας.



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Βραχεία ασθένεια