16/09/20 | Αρχική > Αρθρογραφία > Επώνυμες Σκέψεις

Γιατί υποαποδίδει φέτος το Χρηματιστήριο της Αθήνας

Το βασικότερο ερώτημα που τίθεται φέτος στην επενδυτική κοινότητα είναι το πώς εξηγείται το γεγονός ότι σε μια περίοδο έντονης ανόδου στα διεθνή χρηματιστήρια, το αντίστοιχο της Αθήνας χαρακτηρίζεται από πτώση και πολύ συναλλακτική δραστηριότητα.

Η προαναφερόμενη μάλιστα υποαπόδοση έχει λάβει χώρα παρά την αξιοσημείωτη βελτίωση του ευρύτερου περιβάλλοντος γύρω από την εγχώρια κεφαλαιαγορά σε ότι αφορά τουλάχιστον το μέτωπο των φορολογικών επιβαρύνσεων. Ο εταιρικός φορολογικός συντελεστής έχει υποχωρήσει στο 24%, ο φόρος επί των μερισμάτων στο 5% (από 10% πέρυσι και 15% πρόπερσι), έχουν ψαλιδιστεί δραστικά οι επιβαρύνσεις στους μεριδιούχους των αμοιβαίων κεφαλαίων και ανώνυμων εταιρειών επενδύσεων ακίνητης περιουσίας (Α.Ε.Ε.Α.Π.), ενώ παράλληλα έχει εξαγγελθεί για το 2021 και μείωση των επιβαρύνσεων των ασφαλιστικών εισφορών.

Παράλληλα, η χώρα έχει να αξιοποιήσει από το 2021 τα κονδύλια του γνωστού πλέον Ταμείου Ανάκαμψης, μέσω των οποίων αφενός φαίνεται πως θα καλύψει συγκεκριμένα δημοσιονομικά κενά για τη διετία 2020-2021 και αφ’ ετέρου θα χρηματοδοτήσει αναπτυξιακά έργα υποδομής προς όφελος του Α.Ε.Π. και της μακροχρόνιας ανταγωνιστικότητας της χώρας.

Μια πρώτη σκέψη είναι πως η ελληνική οικονομία έχει πληγεί ως τουριστική χώρα περισσότερο έντονα από τις άλλες από την τρέχουσα πανδημία, οπότε θα μπορούσε να αιτιολογηθεί μια υποαπόδοση και σε ότι αφορά τις τιμές των μετοχών της στο Χρηματιστήριο της Αθήνας. Η αλήθεια ωστόσο είναι πως κατά τη διάρκεια του πρώτου φετινού εξαμήνου, το ελληνικό Α.Ε.Π. δεν υποχώρησε περισσότερο από το μέσο όρο της Ευρωζώνης, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και των χωρών του Ευρωπαϊκού Νότου.

Μια άλλη σκέψη είναι ότι μπορεί μεν ο αρνητικός επηρεασμός από την πανδημία να μη διαφέρει πολύ από αυτόν των άλλων χωρών, πλην όμως η ελληνική οικονομία βρισκόταν ήδη πολύ κοντά στο «χείλος του γκρεμού» οπότε η τρέχουσα συγκυρία ενδεχομένως να αποτελέσει τη χαριστική βολή, ή έστω να οδηγήσει σε πολύ μεγαλύτερες παρενέργειες τον οικονομικό ιστό της χώρας. Το επιχείρημα είναι εύλογο, καθώς μετά την πανδημία η χώρα καλείται να αντιμετωπίσει ένα δείκτη δημόσιου χρέους προς Α.Ε.Π. που θα κυμαίνεται γύρω στο 200% και επίσης ένα πολύ υψηλό ιδιωτικό χρέος.

Κάποιοι άλλοι θα προσέθεταν και τον παράγοντα των ελληνοτουρκικών εξελίξεων και της αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας που προκαλεί στους ξένους επενδυτές. Είναι εύλογο πως ένα θέμα για το οποίο ασχολούνται εντατικά και ταυτόχρονα οι ηγέτες όλων των μεγάλων κρατών (π.χ. ΗΠΑ, Γαλλία, Γερμανία) δεν θα μπορούσε παρά να προβληματίσει τους διεθνείς διαχειριστές επενδυτικών χαρτοφυλακίων.

Από την άλλη πλευρά όμως, πώς εξηγείται ότι κατά την ίδια περίοδο έντονης υποαπόδοσης στο Χρηματιστήριο της Αθήνας, η Ελλάδα παρουσιάζει μια εντελώς αντίθεση στην αγορά των κρατικών της ομολόγων; Ειδικότερα, η Ελλάδα δανείζεται άνετα για δέκα χρόνια με ιστορικά χαμηλό επιτόκιο (1,1%), και ταυτόχρονα προσελκύει άτοκα κεφάλαια όταν εκδίδει τίτλους με διάρκεια χαμηλότερη των δώδεκα μηνών. Γιατί άραγε, οι επενδυτές δανείζουν άφοβα την Ελλάδα για δέκα χρόνια με πολύ χαμηλό επιτόκιο, όταν η Ελλάδα θα έχει δείκτη δημόσιου χρέους προς Α.Ε.Π. 200% και εν μέσω έντονων ελληνοτουρκικών εξελίξεων; Γιατί άραγε να επηρεαστεί μόνο η αγορά των μετοχών και όχι η αντίστοιχη των ομολόγων;

Σε κάθε περίπτωση πάντως, συγκλίνουσες εκτιμήσεις που προσπαθούν να ερμηνεύσουν την υποαπόδοση της ελληνικής χρηματιστηριακής αγοράς είναι οι παρακάτω:

Πρώτον, το ελληνικό χρηματιστήριο διακρίνεται από σειρά αβεβαιοτήτων (υψηλό δημόσιο χρέος, δημοσιονομικά ζητήματα χώρας) στα οποία ήρθαν να προστεθούν τόσο η πανδημία, όσο και οι ελληνοτουρκικές εξελίξεις. Και όλα αυτά, όταν σε περιόδους κρίσης οι επενδυτές τείνουν να αποφεύγουν επικίνδυνες τοποθετήσεις καταφεύγοντας σε περισσότερο «ασφαλείς λιμένες».

Δεύτερον, το Χ.Α. πρόκειται για μια περιφερειακή χρηματιστηριακή αγορά, με την οποία δεν ασχολούνται σε εντατική βάση οι μεγάλοι Οίκοι του εξωτερικού. Άρα, με την αγορά να κυριαρχείται από «κερδοσκοπικά» funds, είναι συχνό φαινόμενο είτε οι υπεραποδόσεις, είτε οι υποαποδόσεις.

Τρίτον, η ελληνική κεφαλαιαγορά είναι σε μεγάλο βαθμό συνδεδεμένη με τις τράπεζες, σε μια περίοδο που ο κλάδος αντιμετωπίζει τα δικά του ζητήματα. Έτσι, αρκετοί θέτουν ως παράγοντα που συμβάλλει στον υποαπόδοση του Χ.Α. την πορεία του τραπεζικού κλάδου, τις νέες επιπτώσεις που θα έχει από την πανδημία και τη δραστική σύνδεσή τους με το Γενικό Δείκτη και την γενικότερη συμπεριφορά των επενδυτών.

Οι τραπεζικές μετοχές έχουν καταγράψει πολύ μεγάλη πτώση τόσο φέτος, όσο και από το 2008 έως σήμερα. Κατά την τελευταία πενταετία, ο Γενικός Δείκτης του Χ.Α. έχει μειωθεί (στοιχεία με βάση το κλείσιμο τιμών της 11ης Σεπτεμβρίου 2020) κατά 8,8%, όταν κατά την ίδια περίοδο οι τραπεζικές μετοχές έχουν υποχωρήσει κατά 94,5% και οι μετοχές της μεσαίας κεφαλαιοποίησης μόλις κατά 0,4%. Ανάλογη είναι και η φετινή εικόνα, καθώς από την αρχή του 2020 έως και την 11η Σεπτεμβρίου, ο Γενικός Δείκτης καταγράφει απώλειες 31,6% και ο τραπεζικός κατά 64,1%.

Με δεδομένο λοιπόν ότι ο τραπεζικός δείκτης συμμετέχει με σημαντικό ποσοστό στη διαμόρφωση του Γενικού Δείκτη, δημιουργεί μια σχετικά στρεβλωτική εικόνα για την πορεία των ελληνικών μετοχών. Για παράδειγμα, ενώ κατά την τελευταία πενταετία ο Γενικός Δείκτης καταγράφει πτώση 8,8%, πολλές δεκάδες μετοχές εισηγμένων εταιρειών (διαφόρων κλάδων και μεγεθών) κατέγραψαν κέρδη από 50% έως και πάνω από 300%! Κατά τη διάρκεια της πενταετίας, πολύ περισσότερες μετοχές ήταν αυτές που αύξησαν την τιμή τους από αυτές που τη μείωσαν, ωστόσο ένα πολύ μεγάλο ποσοστό των επενδυτών είναι εστιασμένο εδώ και δεκαετίες σε μεγάλο βαθμό στους τραπεζικούς τίτλους.

Κύκλοι της αγοράς εκτιμούν ότι λόγω της πανδημίας, οι τράπεζες θα δουν τα μη εξυπηρετούμενα δάνειά τους να αυξάνονται κατά περίπου δέκα δισ. ευρώ, γεγονός που αργότερα ή γρηγορότερα θα τις αναγκάσει να προχωρήσουν σε αύξηση του μετοχικού τους κεφαλαίου (επανακεφαλαιοποίηση) και για το λόγο αυτό οι τιμές των μετοχών τους έχουν υποχωρήσει.

Ανεξάρτητα πάντως από την πορεία του Γενικού Δείκτη, αρκετές εταιρείες συνεχίζουν και φέτος να βλέπουν τις τιμές των μετοχών τους να ανεβαίνουν. Σε κάθε περίπτωση, το Χ.Α. πρόκειται για μια χρηματιστηριακή αγορά έντονων διακυμάνσεων, που επιφυλάσσουν κινδύνους, αλλά και ενδεχομένως υψηλές αποδόσεις. Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, καταλυτικά στοιχεία για μετοχικά κέρδη είναι η επιλογή καλών εταιρειών (ανεξαρτήτως μεγέθους) και ο μακροπρόθεσμος ορίζοντας της επένδυσής μας.



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Χρηματιστήριο Αθηνών