09/07/20 | Αρχική > Αρθρογραφία > Επώνυμες Σκέψεις

Η ελληνική οικονομία μετά την πανδημία

H Έρευνα Οικονομικής Συγκυρίας που δημοσιεύει κάθε μήνα ο ΙΟΒΕ αποτελεί συχνά ένα χρήσιμο εργαλείο για επιχειρηματίες και επενδυτές, καθώς -εκτός των άλλων- μεταφέρει την αντίληψη της κοινής γνώμης για μεγάλο τμήμα των επερχόμενων οικονομικών εξελίξεων.

Από τη συγκεκριμένη έρευνα του Μαΐου, προκύπτουν μερικά αποκαλυπτικά στοιχεία για την κατάσταση του μέσου ελληνικού νοικοκυριού.

Ειδικότερα, στο ερώτημα για το ποια είναι η οικονομική σας κατάσταση, το 64% απάντησε «μόλις και τα βγάζω πέρα», το 11% «τρώω από τα έτοιμα», το 7% «έχω χρεωθεί» και μόλις το 18% «αποταμιεύω».

Προς την ίδια κατεύθυνση κινούνται οι απαντήσεις και στο ερώτημα αν έχει πρόθεση να προχωρήσετε σε μείζονες αγορές: Το 3% απάντησε «λίγο περισσότερες», το 38% «αμετάβλητες», το 11% «λίγο λιγότερες», το 46% «πολύ λιγότερες» και το 2% «δεν γνωρίζω».

Με άλλα λόγια, η ελληνική οικονομία δεν μπορεί ουσιαστικά να αποταμιεύσει και σε γενικές γραμμές είναι απρόθυμη (λόγω αδυναμίας) να καταναλώσει.

Μέσα σ’ αυτή τη συγκυρία είναι προφανές ότι η όποια οικονομική ανάπτυξη αρχίσει να προκύπτει από το 2021 και μετά, θα έρθει μόνο με κεφάλαια που θα προέλθουν από το εξωτερικό, γιατί απλά η εγχώρια καταναλωτική δαπάνη είναι ασθενής και οι νέες αποταμιεύσεις (που θα χρηματοδοτήσουν την ανάπτυξη) σπανίζουν.

Έτσι, δεν είναι τυχαίο ότι εδώ και πολλά χρόνια, οι οικονομολόγοι μιλούν για τόνωση του τουρισμού και των εξαγωγών, καθώς και την προσέλκυση κεφαλαίων (Ελλήνων και ξένων επενδυτών) από το εξωτερικό. Ειδικότερα, τα δύο συστατικά της μίνι ανάκαμψης που σημείωσε η ελληνική οικονομία κατά την περίοδο 2017-2019 ήταν η αύξηση στις εξαγωγές προϊόντων (οι εξαγωγές μεταποιητικών προϊόντων ανέβηκαν κατά 60% την περίοδο 2009-2019) και υπηρεσιών (πχ τουρισμός). Οι εξαγωγές μάλιστα μεταποιητικών προϊόντων έφτασαν το 2019 στα 20 δισ. ευρώ και υπερκέρασαν τα έσοδα από τον τουρισμό.

Στο μέτωπο ωστόσο που η Ελλάδα σημείωσε πολύ φτωχές επιδόσεις είναι στην προσέλκυση επενδυτικών και λοιπών κεφαλαίων από το εξωτερικό, τομέας που φαίνεται να καθίσταται πλέον πολύ κρίσιμος για την οικονομική πορεία της επόμενης τετραετίας, καθώς τουρισμός και εξαγωγές πιθανόν να ταλαιπωρηθούν από την παγκόσμια κρίση που προκάλεσε η πανδημία covid-19.

Μέσα από ποιες διαδικασίες όμως θα μπορούσαν να εισρεύσουν περισσότερα κεφάλαια από το εξωτερικό:

· Η πρώτη και προφανής είναι από τα κονδύλια του ΕΣΠΑ. Ήδη περίπου το 60% των χρημάτων του τρέχοντος ΕΣΠΑ δεν έχει απορροφηθεί ακόμη στην πράξη (ελπίζεται ότι κάτι τέτοιο θα γίνει έως και το 2022), ενώ από τώρα έχει ξεκινήσει (να δούμε το κατά πόσο θα επιτύχει) ο σχεδιασμός απορρόφησης του νέου ΕΣΠΑ.

· Η αξιοποίηση των κονδυλίων του πολυσυζητημένου Ταμείου Ανάκαμψης, το οποίο αναμένεται να εγκριθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση μέσα στο 2020.

· Οι πωλήσεις μη εξυπηρετούμενων τραπεζικών δανείων σε funds του εξωτερικού.

· Η προώθηση ιδιωτικοποιήσεων και αποκρατικοποιήσεων.

· Η αξιοποίηση δημόσιων περιουσιακών στοιχείων από ξένους Ομίλους, υπό την προϋπόθεση ότι οι τελευταίοι θα δεσμευτούν στην υλοποίηση συγκεκριμένων επενδυτικών προγραμμάτων.

· Η άρση γραφειοκρατικών εμποδίων προκειμένου να «τρέξουν» φιλόδοξα projects, τα οποία εκκρεμούν εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα.

· Η συνέχιση έξυπνων λύσεων όπως για παράδειγμα η «χρυσή βίζα» που δίδεται σε Κινέζους και άλλους μη Ευρωπαίους πολίτες.

Αναγκαία έμφαση στη μεταποίηση

Πέρα ωστόσο από τα όποια κεφάλαια προσελκυσθούν από το εξωτερικό, το κατά πόσο τελικά η ελληνική οικονομία θα καταφέρει να αναπτυχθεί σε μακροπρόθεσμη βάση θα εξαρτηθεί από το πόσο γρήγορα θα καταφέρει να τονώσει την ανταγωνιστικότητά της (όχι αυτή τη φορά με μειώσεις μισθών) και να μειώσει την εξάρτησή της από τον (πολύ επιθυμητό σε κάθε περίπτωση) εισερχόμενο τουρισμό.

Χαρακτηριστική είναι η θέση του επιχειρηματία κ. Μιχάλη Στασινόπουλου (προέδρου της Ελληνικής Παραγωγής): «Για δεκαετίες ολόκληρες, η μεταποίηση ήταν, πολύ απλά, απούσα από τον δημόσιο διάλογο που αφορούσε αναπτυξιακές στρατηγικές και ξεχασμένη από τους λαμβάνοντες τις πολιτικές αποφάσεις. Υπήρχε ένα κυρίαρχο στερεότυπο, ότι η Ελλάδα ήταν ακατάλληλη για βιομηχανία. Το αποτέλεσμα ήταν ότι πρακτικά, δεν υπήρξαν ποτέ πολιτικές αποφάσεις με στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας του ελληνικού μεταποιητικού τομέα.

Εάν η Πολιτεία κατανοήσει όχι μόνο τα οριζόντια προβλήματα της μεταποίησης αλλά και του κάθε κλάδου ξεχωριστά και θελήσει να βοηθήσει ώστε να δημιουργηθεί ένα περιβάλλον πιο φιλικό, χωρίς όλα αυτά τα προβλήματα που συνιστούν σοβαρά ανταγωνιστικά μειονεκτήματα έναντι ομοειδών επιχειρήσεων στην Ευρώπη, τότε να είστε βέβαιοι ότι η ελληνική μεταποίηση θα γίνει πιο καινοτόμος και πιο εξωστρεφής, άρα πιο διεθνοποιημένη.

Όπως σε όλο τον κόσμο έτσι και στην Ελλάδα, η μεταποίηση, λόγω της σημαντικής πολλαπλασιαστικής της επίδρασης έχει μεγάλη συμβολή και στο εθνικό εισόδημα και στην απασχόληση και μάλιστα με σταθερές και ποιοτικές θέσεις εργασίας».

Μάλιστα ο κ. Στασινόπουλος αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στο παράδειγμα της κλωστοϋφαντουργίας και της πορείας που πήραν τα πράγματα στην Ελλάδα, σημειώνοντας:

«Μέχρι πριν από 20 χρόνια, ο κλάδος απασχολούσε περίπου 200.000 εργαζόμενους. Σήμερα, έχει συρρικνωθεί δραματικά και απειλείται ακόμα και με εξαφάνιση. Κι αυτό, τη στιγμή που η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα στην Ευρώπη που παράγει βαμβάκι. Κι αντί, γύρω από αυτό το συγκριτικό πλεονέκτημα, να δημιουργηθεί μια αλυσίδα αξίας, προς όφελος της οικονομίας και της κοινωνίας, εμείς εξάγουμε το βαμβάκι στη Γερμανία, εκεί γίνεται η επεξεργασία και συχνά το επανεισάγουμε!».

Και φυσικά, η κλωστοϋφαντουργία, σύμφωνα με τον κ. Στασινόπουλο, δεν είναι η μόνη τέτοια περίπτωση: «Όταν μιλάμε λοιπόν για έξυπνη εξειδίκευση, να έχουμε κατά νου τέτοια παραδείγματα όπως της κλωστοϋφαντουργίας -και υπάρχουν αρκετά-, τα οποία πρέπει να μελετήσουμε, να κατανοήσουμε τι έφταιξε και οδηγήθηκαν τα πράγματα εκεί και όπου μπορούμε, να διορθώσουμε.

Η κλωστοϋφαντουργία για παράδειγμα, όπως και γενικότερα η ελληνική μεταποίηση, έχουν μεγάλο πρόβλημα με το υψηλό ενεργειακό κόστος, πολύ υψηλότερο από τις επιχειρήσεις του κλάδου στις περισσότερες από τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ. Έχουμε επίσης ένα εξαιρετικά υψηλό μη μισθολογικό κόστος κι ένα από τα χειρότερα στην Ευρώπη καθεστώτα αποσβέσεων επενδύσεων».



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Τουρισμός, Κλάδος > Μεταποίηση, Κλωστοϋφαντουργία