25/06/20 | Αρχική > Αρθρογραφία > Επώνυμες Σκέψεις

Οι εγχώριες επενδυτικές επιλογές των νοικοκυριών

Σε πρόσφατη ομιλία του, το γνωστό στέλεχος της εγχώριας οικονομικής σκηνής κ. Τάκης Κανελλόπουλος (τσιμεντοβιομηχανία ΤΙΤΑΝ, 3Κ Investment Partners ΑΕΔΑΚ) πέραν του ότι θεώρησε πως υπάρχουν σημαντικές μακροπρόθεσμες ευκαιρίες στο Χρηματιστήριο της Αθήνας, προχώρησε σε μια σειρά επισημάνσεις σχετικά με τις επενδύσεις και τη στάση των ελληνικών νοικοκυριών-αποταμιευτών. Μεταξύ άλλων λοιπόν, ο κ. Κανελλόπουλος επισήμανε:

Πρώτον, τουλάχιστον σε ότι αφορά το εξωτερικό (στην Ελλάδα δεν έχει επιβεβαιωθεί για διάφορους λόγους) σε μακροπρόθεσμη βάση, οι μετοχές αποδίδουν πολύ περισσότερο από τα ομόλογα, τα ομόλογα περισσότερο από τα έντοκα γραμμάτια και τα έντοκα γραμμάτια περισσότερο από το χρυσό!

Έτσι, μετρώντας στις ΗΠΑ από το 1802 έως και το 2014, η μέση ετήσια απόδοση των μετοχών ήταν +6,7%, των ομολόγων +3,5%, των εντόκων γραμματίων +2,7%, του χρυσού +0,5% και του δολαρίου -1,4%. Πώς μεταφράζεται αυτό; Ότι αν κάποιος διέθετε ένα δολάριο το 1802 στις ΗΠΑ, θα είχε το 2014: α) 1.033.487 δολάρια αν ήταν τοποθετημένος σε μετοχές β) 1.642 δολάρια αν ήταν τοποθετημένος σε ομόλογα γ) 275 ευρώ αν ήταν τοποθετημένος σε έντοκα γραμμάτια δ) 3,11 δολάρια αν ήταν τοποθετημένος σε χρυσό.

Δεύτερον, οι επενδύσεις των Ελλήνων σε ακίνητα προσεγγίζουν -σε όρους αντικειμενικής αξίας- το ένα τρισ. ευρώ (λογικά σε τρέχουσες αξίες θα είναι υψηλότερες), όταν οι καταθέσεις των νοικοκυριών στις εγχώριες τράπεζες κυμαίνονται γύρω στα 127 δισ. ευρώ, ενώ την ίδια στιγμή οι τοποθετήσεις τόσο σε μετοχές όσο και ομόλογα από το επενδυτικό κοινό περιορίζονται μόλις στα 30 δισ. ευρώ. Με βάση τα στοιχεία που παρατέθηκαν, οι Έλληνες έχουν το 86% των περιουσιακών τους στοιχείων σε ακίνητα, το 11% σε καταθέσεις και μόλις το 3% σε μετοχές και ομόλογα.

Με δεδομένη τη βαριά φορολογία που συνοδεύει τις επενδύσεις σε ακίνητα, (ακόμη και αν πολλές φορές δεν προκύπτουν έσοδα για τον επενδυτή) και τα τρέχοντα οριακά επιτόκια στις τραπεζικές καταθέσεις (ακόμη και για προθεσμιακές τοποθετήσεις σημαντικών ποσών), οι προκύπτουσες αποδόσεις σε καταθέσεις και ακίνητα είναι πολύ χαμηλές, υποστήριξε ο κ. Κανελλόπουλος, συμπληρώνοντας: «Δεν είμαι εναντίον των επενδύσεων στα ακίνητα, πλην όμως πιστεύω ότι η συμμετοχή τους στο επενδυτικό καλάθι των ελληνικών νοικοκυριών είναι πολύ μεγαλύτερη σε σχέση με το εξωτερικό».

Κάνοντας μια πρόχειρη έρευνα αγοράς, εύκολα κάποιος διαπιστώνει πχ ότι το προσφερόμενο από μια συστημική τράπεζα επιτόκιο προθεσμιακής κατάθεσης (ακόμη και κάποιων εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ) δύσκολα ξεπερνάει το 0,15% πέρα από κάποια εκπτωτικά κουπόνια αγορών που προσφέρονται. Να σημειωθεί ότι η προαναφερόμενη απόδοση έως 0,15% επιβαρύνεται στη συνέχεια με φόρο 15% και επιπλέον εισφορά αλληλεγγύης.

Ένα δεύτερο παράδειγμα προκύπτει από τα ασφαλιστικά συμβόλαια εγγυημένης απόδοσης, τα οποία κατά το παρελθόν προσέφεραν ετήσιες ελάχιστες αποδόσεις από 1,5% έως και 4,25% ανάλογα με την περίοδο. Σήμερα, μόλις δύο-τρία τέτοια προγράμματα κυκλοφορούν στην αγορά (το ένα μάλιστα λήγει μέσα στον Ιούλιο και το άλλο δεν δίνει πάνω από 1%), ενώ τα υπόλοιπα προγράμματα δεν εγγυώνται ούτε καν το κεφάλαιο, μετακυλίοντας τον επενδυτικό κίνδυνο στους ασφαλισμένους.

Και φυσικά, τα δεκαετή ελληνικά κρατικά ομόλογα προσφέρουν απόδοση (yield) που κυμαίνεται μεταξύ του 1,2% και του 1,5% (έναντι 4% με 5% κατά τα μέσα της δεκαετίας του 2000, όταν ο δείκτης δημόσιο χρέος προς ΑΕΠ βρισκόταν γύρω στο 100%) ανάλογα με τις διακυμάνσεις των αγορών που έχουν παρατηρηθεί κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα.

Στο ερώτημα τώρα του γιατί οι Έλληνες επενδύουν πολύ λίγο σε μετοχές σε σύγκριση με το εξωτερικό, παράγοντες της αγοράς θεωρούν ότι:

· Οι πολύ υψηλές αποδόσεις που απέφεραν επί σειρά δεκαετιών τα ακίνητα, με αποτέλεσμα την καθιέρωση της (εσφαλμένης όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων) φράσης «κανείς δεν έχασε αγοράζοντας γη». Αξιοσημείωτο είναι ότι το άλμα τιμών διήρκησε επί σειρά δεκαετιών και αφορούσε το σύνολο των κατηγοριών της εγχώριας κτηματαγοράς (κατοικίες, γραφεία, καταστήματα, αποθηκευτικοί χώροι, χωράφια) σε όλες τις περιφέρειες της χώρας.

· Η βαθιά οικονομική κρίση της περιόδου 2009-2018 είχε ως αποτέλεσμα την μείωση του ελληνικού ΑΕΠ κατά περίπου 25%. Η πτώση αυτή γίνεται πολύ μεγαλύτερη όταν μετριέται σε όρους αμερικανικού δολαρίου, το οποίο άλλωστε αποτελεί και το νόμισμα αναφοράς του πλανήτη. Χαρακτηριστικό στοιχείο είναι το πώς εξελίχθηκε το κατά κεφαλήν εισόδημα κατά την περίοδο 2008-2018, όπου το ευρώ διολίσθησε σημαντικά έναντι του δολαρίου: Στην Ελλάδα λοιπόν το ΑΕΠ κατά κεφαλήν υποχώρησε από τα 31.997 στα 20.316 δολάρια (-36,5%), στην Ευρωζώνη από τα 42.177 στα 39.918 (-5,3%), σε αντίθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής όπου αυξήθηκε από τα 48.382 στα 62.886 δολάρια (+30%). Είναι προφανές πως η μεγάλη υποχώρηση του ελληνικού ΑΕΠ επηρέασε πτωτικά και τα επιχειρηματικά κέρδη και επέδρασε αρνητικά στις τιμές των ελληνικών μετοχών στο Χρηματιστήριο της Αθήνας.

· Υπάρχει ωστόσο και ένας ακόμη σοβαρός λόγος. Η πλειονότητα των Ελλήνων επενδυτών υπέστη σαφώς μεγαλύτερες απώλειες σε σύγκριση με αυτές του Γενικού Δείκτη, καθώς στις περισσότερες των περιπτώσεων αγόρασε στο «επάνω κομμάτι» του χρηματιστηριακού κύκλου, δηλαδή αρκετά ή πολύ κοντά πριν δημιουργηθούν τοπικά μέγιστα τιμών. Τέλος, υπαρκτό είναι και το ζήτημα της στάσης αρκετών διοικήσεων εισηγμένων εταιρειών, οι οποίες έδρασαν παρανόμως σε βάρος των συμφερόντων της μειοψηφίας. Η περίπτωση των Folli-Follie αποτελεί το χαρακτηριστικότερο, αλλά όχι το μόνο παράδειγμα. Συνολικότερα, σε ένα μεγάλο τμήμα των Ελλήνων επικρατεί η αντίληψη ότι «το χρηματιστήριο είναι τζόγος».

Σε κάθε περίπτωση, οι επενδυτές έχουν να αντιμετωπίσουν από τη μια πλευρά τα σχεδόν μηδενικά επιτόκια καταθέσεων και τις οριακές αποδόσεις των κρατικών τίτλων, έναντι των μετοχών οι οποίες συνδυάζουν υψηλότερη προσδοκώμενη απόδοση και μεγαλύτερο ρίσκο.

Τα βασικά ζητούμενα για τους χρηματιστηριακούς επενδυτές είναι: α) Να μπορέσει η ελληνική οικονομία να μπει σε ένα μακροπρόθεσμο κανάλι ανάπτυξης με ένα ετήσιο ποσοστό ανόδου του ΑΕΠ που να υπερβαίνει το 2%-2,5% β) Να καταφέρει η χώρα να προχωρήσει στις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις, βελτιώνοντας παράλληλα τις υποδομές της γ) Να επιτύχει το εγχείρημα για αναβάθμιση της Εταιρικής Διακυβέρνησης στις εισηγμένες (και όχι μόνο) επιχειρήσεις δ) Να καταφέρνουν να επιλέγουν κάθε φορά τις μετοχές των εταιρειών εκείνων, που έχουν καλές προοπτικές ανάπτυξης.



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Επενδύσεις