10/06/20 | Αρχική > Αρθρογραφία > Επώνυμες Σκέψεις

Επενδύσεις: Οι επισφαλείς προβλέψεις των αναλυτών και των καθηγητών (Νο 2)

Την 1η Ιουνίου διαβάσαμε στον ελληνικό τύπο δημοσίευμα με τίτλο «Mea Culpa από την Goldman Sachs για το ράλι των μετοχών» με υπότιτλο «αναθεωρεί ο διεθνής οίκος τα μαύρα σενάρια για την Standard & Poor’s μετά το ράλι κατά 36% από τα χαμηλά του Μαρτίου». Ειδικότερα, ο ξένος επενδυτικός οίκος είχε προχωρήσει σε δυσμενείς προβλέψεις για την πορεία των μετοχών του δείκτη S&P, αλλά αυτές αντίθετα… κέρδισαν 36% σε μικρό χρονικό διάστημα. Πόσο πιο έξω να πέσει κάποιος στις προβλέψεις τους.

Φυσικά, υπήρξαν και πολλοί άλλοι «ειδικοί» που απέτυχαν να προβλέψουν σωστά την πορεία των μετοχών και άλλων επενδυτικών προϊόντων. Ειδικότερα στην Ελλάδα όταν ο Γενικός Δείκτης του Χρηματιστηρίου της Αθήνας είχε κατρακυλήσει από τις 922 μονάδες (δεύτερο δεκαήμερο Φεβρουαρίου) στις 490 μονάδες τον Μάρτιο, πολλοί «έβλεπαν» ακόμη χαμηλότερες επιδόσεις, ωστόσο ο δείκτης βρίσκεται σήμερα γύρω στις 680 μονάδες.

Με αφορμή όλα αυτά, θυμήθηκα ένα παλαιότερο (Σεπτέμβριος του 2017) δημοσίευμα του γράφοντος στο e-magazine με τίτλο «Επενδύσεις: Οι επισφαλείς προβλέψεις των αναλυτών και των καθηγητών» και θεώρησαν πως θα πρέπει να επαναλάβουμε πολλά από τα σημεία εκείνου του δημοσιεύματος, καθώς τα λάθη των επενδυτών πληρώνονται πανάκριβα.

«Ασχολούμενος ενεργά με το χρηματιστήριο και την οικονομία από την δεκαετία του 1980 έμαθα να σέβομαι μεν, αλλά ταυτόχρονα να κρατάω μεγάλες αποστάσεις από τις προβλέψεις των αναλυτών και τις απόψεις των πανεπιστημιακών καθηγητών.

Θυμάμαι για παράδειγμα το 2007 όπου οι διοικήσεις των ελληνικών τραπεζών ταξίδευαν στο Λονδίνο προκειμένου να παρουσιάσουν στην αγγλική γλώσσα τα πενταετή business plans τους στους αναλυτές των πιο βαρύγδουπων «σπιτιών» της Ευρώπης.

Μιλάμε για τράπεζες με τρέχουσα αξία μερικές δεκάδες δις ευρώ η κάθε μία, με απίστευτα κέρδη και με προβλέψεις μελλοντικών αποτελεσμάτων, που από την τόσο μεγάλη προβλεπόμενη άνοδο, τα γραφήματα ανέβαιναν ψηλά και… τρυπούσαν το ταβάνι.

Το αποτέλεσμα των παρουσιάσεων είναι ότι τις αμέσως επόμενες ημέρες κυκλοφορούσαν εκθέσεις των αναλυτών αυτών που πρότειναν την αγορά των μετοχών των ελληνικών τραπεζών, καθώς υιοθετούσαν τα ανοδικά τους σενάρια και θεωρούσαν τις μετοχές τους (αυτές που έχουν από τότε υποχωρήσει κατά 99,9%...) υποτιμημένες.

Κανείς (σχεδόν) αναλυτής δεν έβλεπε τον κίνδυνο της χώρας, κανείς δεν φοβόταν τον υπερδανεισμό των ελληνικών επιχειρήσεων και νοικοκυριών, κανείς δεν υποψιαζόταν μελλοντικές ζημίες στα Βαλκάνια. Ή ακόμη και αν συνεξέταζαν τέτοια σενάρια, κανείς δεν τους είχε δώσει την δέουσα προσοχή και την κατάλληλη στάθμιση.

Την ίδια εποχή, Έλληνας καθηγητής «γκουρού» με μεγάλη απήχηση στην αγορά προέβλεπε διπλασιασμό των τιμών των τραπεζικών μετοχών μέσα μια τριετία και απαντούσε για το θέμα του κινδύνου του υπερδανεισμού: «Το ακριβώς αντίθετο συμβαίνει. Πρέπει να αυξήσουμε κατά πολύ ακόμη τις χορηγήσεις μας. Στην Ελλάδα, ο δείκτης χορηγήσεων προς το ΑΕΠ βρίσκεται κάτω από το 100% και στην Ευρώπη στο 120% και στο 130%. Αφήστε το πόσο περιθώριο ανάπτυξης έχουμε στις χώρες των Βαλκανίων, που βρίσκονται κάτω και από το 50%»…

Την ίδια εποχή μάλιστα, μεγάλοι πολυεθνικοί Όμιλοι (πχ η γερμανική αλυσίδα super market ALDI) ξεκινούσε το εγχείρημα εκτεταμένης διείσδυσής της στην Ελλάδα, στοχεύοντας σε δεκάδες μεγάλα σημεία πώλησης και θεωρώντας τη δική μας αγορά ως ιδιαίτερα υποσχόμενη. Πολύ σύντομα πάντως, διέγνωσε το λάθος της και σταμάτησε το επενδυτικό τη πλάνο, αποφεύγοντας μελλοντικές ζημίες που λογικά θα ακολουθούσαν.

Γενικότερα, μέχρι και το 2008 κανείς σχεδόν αναλυτής ή πανεπιστημιακός αμφισβητούσε για το (τότε) ορατό μέλλον ένα σενάριο που ήθελε την ελληνική οικονομία να διατηρείται σε τροχιά ανάπτυξης (έστω και αν αυτή δεν έφτανε στο 3% ή το 4%) και φυσικά χωρίς προβλήματα εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους της. Αυτό άλλωστε γινόταν φανερό και από τα πολύ χαμηλά spreads με τα οποία διαπραγματεύονταν τότε τα ελληνικά κρατικά ομόλογα σε σύγκριση με τα αντίστοιχα γερμανικά.

Όμως, η οικονομική κρίση άρχισε ουσιαστικά να γίνεται ορατή στην Ελλάδα από το 2008. Όταν λοιπόν κατά τους πρώτους μήνες του 2009 είχε αρχίσει να παρατηρείται κάποια κάμψη της ζήτησης, η πλειονότητα των αναλυτών προσδοκούσε πως η κατάσταση θα άρχισε να εξομαλύνεται από τα τέλη εκείνης της χρονιάς, ενώ εκθέσεις επισήμων οίκων έλεγαν πως θα σταματούσε η πτώση στις τιμές των ακινήτων από τα μέσα του 2010.

Ένα τρίτο παράδειγμα -από την αντίθετη πλευρά αυτή τη φορά- ήταν η (κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης) εκτίμηση γνωστότατου ξένου επενδυτικού οίκου πως το σενάριο επιστροφής της Ελλάδας στη δραχμή ανερχόταν στο 70%. Στη συνέχεια, ο ίδιος Οίκος άλλαξε γνώμη, δίνοντας τις δικές του ερμηνείες και εξηγήσεις.

Τα παραδείγματα φυσικά είναι πολύ περισσότερα. Ακόμη και ο ίδιος ο κ. Πολ Τόμσεν έχει αναφερθεί στις εσφαλμένες προβλέψεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (του θεωρητικά πιο έγκυρου Οργανισμού σε διεθνές επίπεδο) σε ότι αφορά τις εκτιμήσεις του για την πορεία της ελληνικής οικονομίας, άλλοτε υπερεκτιμώντας και άλλοτε υποεκτιμώντας τις ικανότητες της χώρας.

Για παράδειγμα, ένα σημαντικό γεγονός που δεν μπόρεσε να προβλέψει το ΔΝΤ είναι ότι τα μέτρα έντονης λιτότητας που επέβαλε θα προκαλούσαν (εκτός των άλλων) και συστημικό κίνδυνο, με αποτέλεσμα μεγάλο ύψος κεφαλαίων να κατευθυνθεί στο εξωτερικό και έτσι να δημιουργηθεί ακόμη μεγαλύτερο ζήτημα για τις τράπεζες και για την οικονομία μας.

Αλλά ακόμη και αν έρθουμε στο μέτωπο των επενδύσεων, οι αναλυτές του χρηματιστηρίου, των ομολόγων, των νομισμάτων και των άλλων προϊόντων, αισθάνονται ιδιαίτερα ικανοποιημένοι όταν οι προβλέψεις τους οδηγούν σε αποδόσεις ανώτερους ενός «δείκτη αναφοράς» (benchmark), δηλαδή κατά κάποιον τρόπο είναι καλύτερες από τον… μέσο όρο. Για παράδειγμα, ο διαχειριστής ενός μετοχικού αμοιβαίου κεφαλαίου εσωτερικού είναι χαρούμενος όταν η απόδοση του αμοιβαίου του υπερβαίνει την αντίστοιχη του Γενικού Δείκτη του ΧΑ.

Αν επίσης, ένας μπορούσε να προβλέψει με ποσοστό επιτυχίας 60% την μελλοντική πορεία ενός νομίσματος, θα ήταν δισεκατομμυριούχος και φυσικά δεν θα ήταν αναγκασμένος να εργάζεται έναντι ενός μισθού σε μια τράπεζα, ή σε κάποιον επενδυτικό οίκο.

Προφανώς, ο γράφων δεν πιστεύει πως οι εκθέσεις των αναλυτών είναι άχρηστες, ή οι απόψεις των καθηγητών είναι επιζήμιες. Το ακριβώς αντίθετο θα έλεγα.

Απλά, δεν θα πρέπει να θεωρούνται ως πανάκεια και αυτό γιατί βασίζονται σε μια ευρεία σειρά από δεδομένα και παραδοχές, τα οποία εάν μεταβληθούν, τότε… ξηλώνεται ολόκληρο το πουλόβερ των συμπερασμάτων. Και μάλιστα, σε ένα τόσο σύνθετο και ευμετάβλητο περιβάλλον όπως είναι το τρέχον, η ανατροπή των παραδοχών και των δεδομένων δεν αποτελεί την εξαίρεση, αλλά τον κανόνα!

Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι οι εκθέσεις των χρηματιστηριακών οίκων συνοδεύονται πάντα από μια πολυάριθμη σειρά επισημάνσεων αποποίησης ευθυνών (“disclaimers”), προκειμένου να αποφεύγουν αγωγές και λοιπές δικαστικές διώξεις για ενδεχόμενες ζημίες που ενδέχεται να προκαλέσουν».



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Μετοχές, Επενδύσεις, Γενικός Δείκτης