05/06/20 | Αρχική > Αρθρογραφία > Εργατικά και Πρακτικά

Η τροποποιητική καταγγελία και το σύννομο πλαίσιο εφαρμογής της

1. Γενικά στοιχεία

Τροποποιητική είναι η καταγγελία που συνδυάζεται με πρόταση του εργοδότη για μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας εργαζομένων, όπως για παράδειγμα σε περίπτωση εργοδοτικής πρότασης για οριζόντια μείωση των αποδοχών τους στα πλαίσια οικονομικής ή τεχνικής αναδιαρθρώσεως της επιχείρησης, άλλως την απόλυσή τους.

Η τροποποιητική καταγγελία, δεν αποτελεί εκβιαστικό μέσο του εργοδότη κατά του εργαζόμενου για την τροποποίηση των όρων εργασίας στην περίπτωση που η επιχείρηση προσφεύγει σε αυτή την επιλογή, όταν συντρέχουν λόγοι εφαρμογής της (τροποποιητικής καταγγελίας), θεωρώντας εν προκειμένω τη μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας ως ηπιότερο από την απόλυση μέτρο, και μόνον όταν ο εργαζόμενος την απορρίψει, να προχωρήσει στην καταγγελία της σύμβασης, ως έσχατο μέσο (ultima ratio).

Στο πλαίσιο αυτό ο εργοδότης επιλέγει την τροποποιητική καταγγελία, γιατί επιδιώκει όχι τη λύση της σύμβασης εργασίας, αλλά τη συνέχισή της, με τροποποίηση του περιεχομένου της.

Ο μισθωτός που καλείται να διαχειρισθεί μία τροποποιητική καταγγελία ή θα αποδεχθεί (ρητά ή σιωπηρά) την τροποποίηση, οπότε η σύμβαση εργασίας συνεχίζεται με τους νέους όρους που έθεσε η εργοδοτική πλευρά ή θα απορρίψει την πρόταση για τροποποίηση υφιστάμενων όρων της εργασιακής σύμβασης, οπότε και λύεται η σχέση εργασίας, εφόσον βεβαίως έχουν τηρηθεί οι προϋποθέσεις κύρους της τροποποιητικής καταγγελίας. Ως Τρίτη εναλλακτική δυνατότητα που έχει ο εργαζόμενος εν προκειμένω είναι να συνεχίσει να παρέχει τις υπηρεσίες του κρατώντας όμως τις επιφυλάξεις του και προσφεύγοντας στα δικαστήρια για ανατροπή των νέων όρων εργασίας που του επέβαλε ο εργοδότης επικαλούμενος πως υφίσταται θέμα βλαπτικής μεταβολής που έχει συντελεσθεί στη σχέση εργασίας του.

Η καταγγελία όμως αυτή, που ακολουθεί την άρνηση του μισθωτού να δεχθεί μεταβολή, δεν είναι καταχρηστική από μόνο το γεγονός ότι αιτία της είναι η άρνησή του (του μισθωτού) να συναινέσει στη μεταβολή, αλλά υπόκειται σε κρίση ως προς τους όρους της με βάση το άρθρο 281 του Αστικού Κώδικα, δηλαδή ελέγχεται με αντικειμενικά κριτήρια αν το δικαίωμα του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας, επειδή ο μισθωτός δεν συναίνεσε στη μεταβολή των όρων της, αντίκειται στους όρους της άνω διάταξης (Α.Κ. 281) και ειδικότερα αν η αξίωσή του για μεταβολή των όρων δικαιολογείται ή μη από τις συνθήκες και τις ανάγκες της επιχείρησης και εκμετάλλευσης ή από λόγους που σχετίζονται με το πρόσωπο του μισθωτού.

Ελέγχεται δηλαδή αν υπάρχουν λόγοι που να δικαιολογούν αντικειμενικά την προτεινόμενη τροποποίηση των όρων εργασίας, δηλαδή δεν ερευνάται το δικαιολογημένο ή μη της καταγγελίας αλλά το δικαιολογημένο ή μη της προτεινόμενης μεταβολής. Όπως η καταγγελία, έτσι και η τροποποίηση θα πρέπει να δικαιολογείται είτε από οικονομικοτεχνικούς λόγους, είτε από λόγους που αφορούν το πρόσωπο του εργαζομένου. Ο εργοδότης υποχρεούται να προβεί στην ορθή επιλογή των προσώπων που θα απολυθούν, με βάση κοινωνικοοικονομικά κριτήρια, ενώ η μη ορθή επιλογή καθιστά την καταγγελία καταχρηστική, παρά την ύπαρξη οικονομικοτεχνικών λόγων που την δικαιολογούν. Στα πλαίσια του έλεγχου αυτού εξετάζεται αν θα μπορούσε ο εργαζόμενος να προσφέρει την εργασία του με τους ίδιους όρους, όπως και πριν από την τροποποιητική καταγγελία (Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης 22923/2011).

Ο Άρειος Πάγος με την 595/2015 απόφαση του, αποφάσισε ότι ήταν ορθή η κρίση του Εφετείου ότι η απόλυση του ενάγοντος δεν ήταν καταχρηστική, αλλά οφειλόταν στα πραγματικά οικονομικά προβλήματα της εργοδότριας, της οποίας η παραγωγική δραστηριότητα μειώθηκε σημαντικά με αποτέλεσμα το αντικείμενο εργασίας του ενάγοντος να μειωθεί, αντιστοίχως, κατά ποσοστό 50%, υποχρεώνοντας αυτήν να προτείνει στον τελευταίο να εργαστεί κατά μερική απασχόληση προκειμένου να μην τον απολύσει, πλην όμως ο ίδιος απέκρουσε την πρόταση αυτή.

Η τροποποιητική καταγγελία στην πράξη αποτελεί την τελευταία ενέργεια του εργοδότη για να επιτύχει τη μεταβολή των όρων εργασίας και την διατήρηση με τον τρόπο αυτό της σχέσης εργασίας, προτού οδηγηθεί στην καταγγελία αυτής.

Η τροποποιητική καταγγελία ειδικά όταν δεν συντρέχουν λόγοι εφαρμογής της, ενέχει τον κίνδυνο για τον εργοδότη ότι μπορεί να θεωρηθεί ως πράξη εκδικητική απέναντι στον εργαζόμενο και να κριθεί ως καταχρηστική από τα δικαστήρια με το σκεπτικό ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας οφείλεται στο γεγονός ότι ο μισθωτός αρνήθηκε να δεχθεί την τροποποίηση των όρων εργασίας του.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, αρμόδια να κρίνουν επί τέτοιων περιπτώσεων είναι τα δικαστήρια.

2. Πρόταση σε μισθωτό που η θέση εργασίας του καταργήθηκε για απασχόλησή του σε άλλη θέση - Τροποποιητική καταγγελία

Η καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως για λόγους οικονομικοτεχνικούς, δηλαδή ως μέτρο οργανωτικό ή αναδιαρθρωτικό ή οικονομικό, που αποφασίσθηκε από τον εργοδότη στα πλαίσια του διευθυντικού του δικαιώματος, δεν είναι καταχρηστική. Είναι πάντως δυνατόν η καταγγελία για τέτοιους λόγους να αντιβαίνει στις αρχές της καλόπιστης εκπλήρωσης της παροχής κατά το άρθρο 288 του Αστικού Κώδικα. Αυτό συμβαίνει όταν ο εργοδότης, προκειμένου να επιλέξει τους μισθωτούς που πρέπει να απολυθούν, παραλείπει να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητας, της ηλικίας, της οικογενειακής και οικονομικής κατάστασης κάθε μισθωτού και τη δυνατότητα εξευρέσεως από αυτόν άλλης εργασίας, ή έστω να προτείνει στον μισθωτό που πρόκειται να απολύσει την απασχόλησή του σε άλλη θέση - έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε - εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρησή του και ο υπό απόλυση μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σε αυτή, όπως επιβάλλεται από το καθήκον πρόνοιας, το οποίο βαρύνει τον εργοδότη, σύμφωνα με τα άρθρα 651, 657, 658, 660, 662 έως 667, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 200 και 281 του Αστικού Κώδικα και τις συναφείς διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, και επιτάσσει την απόλυση εκείνων, για τους οποίους το μέτρο αυτό θα είναι λιγότερο επαχθές. Περίπτωση οδηγού, διατηρηθέντος με τις ίδιες αποδοχές και όταν η επιχείρηση κατήργησε το τμήμα οδηγών, ο οποίος εν τέλει απελύθη ενώ θα θεμελίωνε σε 20 μήνες δικαίωμα συνταξιοδοτήσεως και ενώ θα μπορούσε να απασχοληθεί ως φύλακας (ηπιότερο μέτρο). Κρίση ότι η καταγγελία του ανωτέρω εργαζόμενου ήταν άκυρη (Άρειος Πάγος 125/2015). Σε τέτοιες περιπτώσεις μπορεί να εφαρμοσθεί η τροποποιητική καταγγελία που εν προκειμένω συνδυάζεται με πρόταση του εργοδότη για τροποποίηση των όρων της συμβάσεως εργασίας και πιο συγκεκριμένα με πρόταση του εργοδότη για αλλαγή ειδικότητας του εργαζόμενου λόγω κατάργησης της υφιστάμενης θέσης εργασίας, άλλως την απόλυσή του εργαζόμενου.

3. Μονομερής μετατροπή πλήρους σε μερική απασχόληση λόγω μείωσης της παραγωγικής δραστηριότητας – Τροποποιητική καταγγελία

Η ύπαρξη οικονομοτεχνικών προβλημάτων της επιχείρησης μπορεί να έχει ως επακόλουθο την πρόταση του εργοδότη για μετατροπή της πλήρους σε μερική απασχόληση, θεωρώντας (ο εργοδότης) τη μεταβολή αυτή ως ηπιότερο από την απόλυση μέτρο. Στην περίπτωση αυτή, στο πλαίσιο της αντίληψης που διέπει την τροποποιητική καταγγελία, αν ο εργαζόμενος την απορρίψει (την πρόταση για μεταβολή της εργασιακής σχέσης), να μπορεί ο εργοδότης να προχωρήσει στην καταγγελία της σύμβασης, ως έσχατο μέσο (ultima ratio). Κρίθηκε από το Εφετείο ότι η απόλυση του ενάγοντος (εργαζόμενου) δεν ήταν καταχρηστική, αλλά οφειλόταν στα πραγματικά οικονομικά προβλήματα της εργοδότριας, της οποίας η παραγωγική δραστηριότητα μειώθηκε σημαντικά με αποτέλεσμα το αντικείμενο εργασίας του ενάγοντος να μειωθεί, αντιστοίχως, κατά ποσοστό 50%, υποχρεώνοντας αυτήν να προτείνει στον τελευταίο να εργαστεί με καθεστώς μερικής απασχόλησης προκειμένου να μην τον απολύσει, πλην όμως ο εργαζόμενος απέκρουσε την πρόταση αυτή (Άρειος Πάγος 595/2015).

4. Εργοδοτική Πρόταση για οριζόντια μείωση των αποδοχών των εργαζομένων, άλλως την απόλυσή τους

Ο εργοδότης, στα πλαίσια οικονομικής ή τεχνικής αναδιάρθρωσης της επιχείρησής του μπορεί, στην περίπτωση που είναι αντικειμενικά δυνατή η συνέχιση της απασχόλησης του εργαζομένου με διαφορετικούς (δυσμενέστερους) όρους εργασίας, που είναι, οπωσδήποτε, ηπιότερο από την απόλυση μέτρο, να προτείνει στον εργαζόμενο την τροποποίηση αυτή και μόνον όταν αυτός την απορρίψει, να προχωρήσει στην καταγγελία, η οποία τότε, αποτελούσα το έσχατο μέσο (ultima ratio), είναι έγκυρη. Διαφορετικά, η απευθείας προσφυγή στην καταγγελία, στο επαχθέστερο δηλαδή για τον εργαζόμενο μέτρο, παρά το γεγονός ότι είναι αντικειμενικά δυνατή η συνέχιση της απασχόλησης του με δυσμενέστερους όρους εργασίας, καθιστά την καταγγελία καταχρηστική (Άρειος Πάγος 595/2015, 1199/2002).

Ευνόητο είναι ότι η μεταβολή των όρων μιας ατομικής σύμβασης εργασίας που εμπεριέχει λοιπές οικειοθελείς ή εξ ελευθεριότητας παροχές προς τα πάνω ή προς τα κάτω, δύναται να επιτευχθεί μόνο με ατομική τροποποιητική σύμβαση εργασίας ως προϊόν συμφωνίας των συμβαλλομένων μερών. Το περιεχόμενο των έγγραφων αυτών συμφωνιών, δεν μπορεί να είναι δυσμενέστερο έναντι του αντίστοιχου της συλλογικής σύμβασης εργασίας που εφαρμόζεται με κανονιστική ισχύ.

Στην περίπτωση που ο εργοδότης προτείνει καθολικά στους εργαζομένους οριζόντια μείωση των αποδοχών τους, άλλως την απόλυσή τους, πρέπει σε εκείνο το χρονικό σημείο να δώσει τη δυνατότητα να αναπτύξουν την εγγυητική τους λειτουργία οι προβλέψεις του N. 1387/1983 περί ομαδικών απολύσεων (έγγραφη ενημέρωση και πληροφόρηση των εκπροσώπων των εργαζομένων, διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, διοικητική παρέμβαση σε περίπτωση ασυμφωνίας), ώστε η απόφαση των εργαζομένων να αποδεχθούν ή μη την δυσμενή μεταβολή (επειδή η οικονομική κατάσταση της επιχείρησης το επιβάλλει βλ. Zερδελή ο.π. αρ. 1203) να είναι προϊόν και της πληροφόρησης και της διαβούλευσης που θα γίνει με τις εγγυήσεις του νόμου, κατόπιν μάλιστα ενημέρωσης και της διοίκησης.

Σε διαφορετική περίπτωση ο εργοδότης επιτυγχάνει τη μείωση των αποδοχών στο μεγαλύτερο μέρος των εργαζομένων ακόμη και αν οι τελευταίοι διατηρούν βάσιμες επιφυλάξεις για το αν συντρέχουν αντικειμενικά οι λόγοι που δικαιολογούν την τροποποίηση αλλά δεν θέλουν να διακινδυνεύσουν την απώλεια της εργασίας τους (κάτι που θα ήταν δυσχερές έως ανέφικτο χωρίς τη χρήση της τροποποιητικής καταγγελίας) και επιπλέον απολύει όσους δεν έστερξαν και μάλιστα σε «δόσεις» ώστε ανά μήνα να μην υπάρχει υπέρβαση του αριθμού στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων του νόμου 1387/83 περί ομαδικών απολύσεων.

Τέτοια όμως, ερμηνευτική εκδοχή βρίσκεται εντελώς εκτός του πνεύματος τόσο της τροποποιητικής καταγγελίας όσο και των διατάξεων για τις ομαδικές απολύσεις συνιστώντας ανεπίτρεπτη καταστρατήγησή τους.

Εάν πρόκειται για ομαδική τροποποιητική καταγγελία, υπόκειται με ποινή ακυρότητας στην διαδικασία και στους περιορισμούς που προβλέπει ο νόμος περί ομαδικών απολύσεων (Μονομελές Πρωτοδικείο Λαρίσης 503/2014).

Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα από άρθρο του κ. Πέτρου Ραπανάκη, με τίτλο «Η τροποποιητική καταγγελία και το σύννομο πλαίσιο εφαρμογής της» που δημοσιεύθηκε στο τεύχος Φεβρουαρίου 2020 του περιοδικού Epsilon7.

Στο πλήρες άρθρο αναλύονται θέματα όπως και η ασθένεια μισθωτού και καταγγελία της σύμβασης εργασίας, ενώ παρατίθεται και Υπόδειγμα Εξώδικης δήλωσης – πρόσκλησης για τροποποίηση των όρων της σύμβασης εργασίας (οριζόντια μείωση αποδοχών) – Τροποποιητική καταγγελία της σύμβασης



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Τροποποιητική καταγγελία