03/06/20 | Αρχική > Αρθρογραφία > Επώνυμες Σκέψεις

Το μίγμα ενός εκρηκτικού επενδυτικού περιβάλλοντος

Ζούμε σε μια ιδιαίτερα κατακερματισμένη κοινωνία, η οποία δεν έχει σε καμία περίπτωση την ίδια γνώμη για την εξέλιξη των πραγμάτων: Διαφωνεί για τα αίτια των προβλημάτων, διαφωνεί για το μέγεθος των προβλημάτων και φυσικά διαφωνεί σχετικά με τις προτεινόμενες λύσεις αντιμετώπισης των προβλημάτων. Και όλα αυτά, δεν συμβαίνουν μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό.

Αντίθετα, υπάρχει σχεδόν μόνο ένα πράγμα στο οποίο φαίνεται να συμφωνούμε όλοι: Στο ότι κατά τα τελευταία χρόνια, οι αλλαγές είναι τόσο έντονες και τόσο γρήγορες, έτσι ώστε οι άνθρωποι να μην είναι σε θέση να τις κατανοήσουν γρήγορα, να τις αξιολογήσουν και να αντιδράσουν έγκαιρα. Χαρακτηριστικά είναι τα όσα υποστηρίζει γνωστός επιχειρηματίας: «Στο σημερινό κόσμο μας, πρέπει κάθε πρωί που ξυπνάμε να ελέγχουμε με προσοχή όλα αυτά που ίσχυαν μέχρι χθες το βράδυ. Πολύ πιθανόν, τα μισά να έχουν αλλάξει»…

Μετά από αυτή την εισαγωγή, ας έρθουμε στον κόσμο των επενδύσεων και ας προσπαθήσουμε να δούμε τις βασικότερες αλλαγές που έχουν συμβεί στην Ελλάδα κατά τα τελευταία χρόνια.

Πρώτον, τα χρηματιστήρια μακροχρόνια πάντοτε υπεραποδίδουν: Πρόκειται για μια φράση που ακούγεται εδώ και πολλές δεκαετίες στα πανεπιστήμια όλου του κόσμου. Σε βάθος δεκαετιών δηλαδή, οι μακροπρόθεσμοι κάτοχοι μετοχών σημειώνουν πολύ υψηλότερες αποδόσεις από τους κατόχους ομολόγων και οι τελευταίοι πολύ μεγαλύτερα κέρδη σε σύγκριση με τους καταθέτες. Η λογική είναι απλή, καθώς όποιος αναλαμβάνει μεγαλύτερο ρίσκο αποσκοπεί σε υψηλότερη απόδοση. Επίσης, αν ένας μέτοχος-επιχειρηματίας μακροπρόθεσμα είχε ζημία, τότε κανείς δεν θα επένδυε και έτσι θα διαλυόταν το οικονομικό-καπιταλιστικό μας σύστημα.

Σήμερα, μπορεί τα περισσότερα διεθνή χρηματιστήρια να συνεχίζουν να υπεραποδίδουν μακροπρόθεσμα (πχ η Νέα Υόρκη βρίσκεται πολύ κοντά στο ιστορικό υψηλό της επίπεδο) πλην όμως αυτό έχει σταματήσει να συμβαίνει στην Ελλάδα. Ο Γενικός Δείκτης του ελληνικού χρηματιστηρίου βρίσκεται στα επίπεδα των 650 μονάδων, όταν πριν από πέντε χρόνια υπερέβαινε τις 800 μονάδες, το 1999 βρέθηκε στι2 6.200 μονάδες, το 1998 (πριν 22 χρόνια δηλαδή) ξεπερνούσε τις 2.000 μονάδες και όταν τη στις αρχές της δεκαετίας του 1990 βρισκόταν ψηλότερα από τις χίλιες μονάδες…

Αυτό σημαίνει ότι ο «μέσος» χρηματιστηριακός επενδυτής όχι μόνο δεν έχει αποκομίσει υπεραποδόσεις σε μακροπρόθεσμη βάση, αλλά παράλληλα καταγράψει και βαρύτατες απώλειες. Τα πράγματα όμως στην πράξη είναι πολύ πιο σύνθετα. Ισχυρότατοι επιχειρηματικοί Όμιλοι κατέρρευσαν, ενώ μικρομεσαίες επιχειρήσεις αναπτύχθηκαν και πήραν τις θέσεις τους. Η μέση περίοδος ζωής των επιχειρήσεων μειώνεται, ακούμε συχνά για «κανόνια» ακόμη και πολυεθνικών ομίλων και γενικότερα η αβεβαιότητα αποτελεί το βασικότερο χαρακτηριστικό στον κόσμο των επιχειρήσεων.

Δεύτερον, οι καταθέσεις και τα κρατικά ομόλογα αποτελούν επενδύσεις μηδενικού κινδύνου και οι αποδόσεις τους θεωρούνται σίγουρες (risk free rate). To συγκεκριμένο οικονομικό θέσφατο, αμφισβητήθηκε έντονα στην Ελλάδα κατά την προηγούμενη δεκαετία. Το 2012 για παράδειγμα, είχαμε το default (κούρεμα) των ελληνικών κρατικών ομολόγων, ενώ οι καταθέσεις κινδύνευσαν σε πολύ μεγάλο βαθμό το καλοκαίρι του 2015 (στην Κύπρο είχαμε κούρεμα καταθέσεων το 2013).

Τρίτον, κανείς δεν έχασε αγοράζοντας γη. Το γνωμικό αυτό δεν έχει διεθνή απήχηση, ωστόσο χαρακτήρισε την ελληνική κοινή γνώμη τουλάχιστον μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του 2000, λόγω των απίστευτων αποδόσεων που έδωσε το σύνολο της εγχώριας αγοράς ακινήτων (κατοικίες, καταστήματα, γραφεία, αποθήκες) από το 1960 και μετά. Η ουσία είναι πάντως ότι από το 2008 έως και το 2017 παρατηρήθηκε μια πτώση τιμών στα ελληνικά ακίνητα τη τάξεως του 40%, κατά τη διετία 2018-2019 υπήρξε μια μερική ανάκαμψη για να ακολουθήσει μια φετινή πλαγιοπτωτική πορεία, λόγω του κορωνοϊού. Στην πράξη δηλαδή, τα ελληνικά ακίνητα έχουν εξελιχθεί σε μια επένδυση αξιοσημείωτου ρίσκου, με σημαντικές διακυμάνσεις.

Πέραν όμως όλων των παραπάνω, ας δούμε μια σειρά άλλων παραγόντων του σήμερα, οι οποίες αποτελούν πηγές κινδύνου για οποιαδήποτε επενδυτική επιλογή, αλλά ακόμη και τις θέσεις εργασίας των συμπολιτών μας.

· Δεν είναι ακόμη γνωστές οι πιθανές νέες οικονομικές επιπτώσεις προκαλέσει στη διεθνή οικονομία η πανδημία covid-19.

· Ακόμη και αν σε λίγους μήνες «ξεχάσουμε» τον κορωνοϊό, η Ελλάδα θα έχει δημόσιο χρέος κοντά στο 200% του ΑΕΠ, η Ιταλία κοντά στο 150%-160% του ΑΕΠ, ενώ η Γερμανία πιθανόν να ξεπεράσει το 100%. Μιλάμε όχι μόνο για μια Ελλάδα, αλλά και για μια Ευρώπη «βαριά χρεωμένη» με δεδομένο ότι η συνθήκη του Μάαστριχτ προέβλεπε ανώτατο δείκτη δημόσιου χρέους έως το επίπεδο του 60%.

· Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και κυρίως η αντίστοιχη των ΗΠΑ (FED) έχουν ακολουθήσει κατά τα τελευταία χρόνια επεκτατικές νομισματικές πολιτικές, σε μια προσπάθεια να «φουσκώσουν» τις οικονομίες τους. Η πολιτική αυτή του «φουσκώματος» αναμένεται να ενταθεί μέσα στο 2020 λόγω της ανάγκης στήριξης των οικονομιών από την πανδημία. Είναι λοιπόν λογικό να αναμένονται με ενδιαφέρον κατά τα επόμενα χρόνια οι επιπτώσεις από τις αναγκαστικές πολιτικές «ξεφουσκώματος» που θα ακολουθήσουν οι κεντρικές τράπεζες.

· Σύμφωνα με τη λογική και την οικονομική θεωρεία, σε μια περίοδο υψηλού χρέους και μεγάλου κινδύνου (λόγω πανδημίας και όχι μόνο) οι τιμές των μετοχών θα έπρεπε διεθνώς να έχουν πέσει κατακόρυφα και το ύψος των επιτοκίων να έχει ανεβεί σημαντικά. Κάτι τέτοιο όμως δεν έχει συμβεί. Οι κεντρικές τράπεζες εξακολουθούν να διατηρούν τα επιτόκια σε οριακά επίπεδα, με αποτέλεσμα οι μετοχές να διατηρούνται και αυτές σε υψηλά επίπεδα. Με άλλα λόγια, οι κεντρικές τράπεζες παρεμβαίνοντας και ισοπεδώνοντας τα επιτόκια, κρατούν τις μετοχές, τα υπάρχοντα ομόλογα, αλλά και τα ακίνητα σε επίπεδα υψηλότερα από αυτά που θεωρητικά θα δικαιολογούνταν από τις συνθήκες. Ποιες πιθανές επιπτώσεις θα μπορούσαν να έχουν όλα αυτά σε βάθος χρόνου για τους επενδυτές;

Από την άλλη πλευρά ωστόσο, οι χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου (της Ελλάδας συμπεριλαμβανομένης) θα έχουν τη δυνατότητα κατά τα επόμενα χρόνια να αντλήσουν «δωρεάν» μεγάλο ύψος Κοινοτικών κονδυλίων, τονώνοντας τις εγχώριες ζητήσεις και βελτιώνοντας την παραγωγικότητά τους. Αυτό θα μπορούσε –κάτω από προϋποθέσεις- να αποτελέσει αντίβαρο στο γενικότερα επικίνδυνα επενδυτικό περιβάλλον που έχει διαμορφωθεί.



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Επενδύσεις, Χρηματιστήρια