29/11/19 | Αρχική > Αρθρογραφία > Φορολογικά και Επίκαιρα

Η αποδοτικότητα του φορολογικού μηχανισμού με βάση το υφιστάμενο ελεγκτικό σύστημα

Κατατέθηκε στη Βουλή των Ελλήνων η Εισηγητική Έκθεση του Προϋπολογισμού του έτους 2020, από τον Υπουργό Οικονομικών κ. Χρήστο Σταϊκούρα. Από την Εισηγητική Έκθεση, απομονώνουμε μία παράγραφο, σχετική με την έρευνά μας, όπως αυτή περιγράφεται στον τίτλο του κειμένου αυτού. Ειδικά:

«Με τον Προϋπολογισμό του 2020 επιδιώκεται η όσο το δυνατόν εγγύτερη επίτευξη του στόχου του πλεονάσματος, προκειμένου να αποφευχθεί η ανεξήγητη και αναιτιολόγητη υπέρβαση που παρατηρήθηκε την περίοδο 2016-2018. Περίοδο κατά την οποία αφαιρέθηκαν από την οικονομία 11,4 δισ. ευρώ, πέραν και επιπλέον των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων που είχαν συμφωνηθεί με τους πιστωτές του επίσημου τομέα και επιπλέον των πάσης φύσεως έκτακτων επιδομάτων. Με δεδομένο ότι την ίδια περίοδο αυξήθηκαν ταυτόχρονα και οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των φορολογούμενων προς το δημόσιο κατά 18,1 δισ. ευρώ, γίνεται αντιληπτό το υπέρμετρο φορολογικό βάρος το οποίο εκλήθησαν να φέρουν οι φορολογούμενοι και η ελληνική οικονομία και του οποίου την άρση εγκαινιάζει η νέα κυβέρνηση.».

Στην παρούσα μελέτη θα ασχοληθούμε με την έκθεση της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, επί της πορείας των Δημοσίων Εσόδων, της δραστηριότητας των αρμοδίων Υπηρεσιών και των αποτελεσμάτων του ελέγχου για την περιστολή της φοροδιαφυγής έτους 2018. Στο παράρτημα Α΄ εμφανίζονται οι πίνακες επί της πορείας των Δημοσίων Εσόδων. Αντικείμενο της έρευνάς μας είναι η αντιστοιχία των βεβαιωθέντων, εισπραχθέντων και εισπρακτέων (μη εισέτι εισπραχθέντων) εσόδων για την τετραετία 2015 έως και 2018, των Δ.Ο.Υ. και ελεγκτικών υπηρεσιών, 1) Δ.Ο.Υ. Κατοίκων Εξωτερικού, 2) ΚΕ.ΜΕ.Π., 3) Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών και 4) Ε΄ Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης. (σελίδες 115 και επόμενες του Παραρτήματος Α΄).

Οι θεωρήσεις της μελέτης, συνίστανται στις εξής παραδοχές:

1. Στη Δ.Ο.Υ. κατοίκων εξωτερικού, αναφέρονται φυσικά πρόσωπα μη φορολογικοί κάτοικοι Ελλάδας, οι οποίοι φορολογούνται στη χώρα μας για τα εισοδήματα που αποκτούν σε αυτή (π.χ. ενοίκια) και όχι για το παγκόσμιο εισόδημά τους. Τα έσοδα προέρχονται στο συντριπτικά μεγάλο ποσοστό από οικειοθελή υποβολή δηλώσεων και καταβολή των οφειλόμενων φόρων και κατ’ ελάχιστο από ελέγχους επί αυτών.

2. Η Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών έχει εισροή εσόδων και από τήρηση των φορολογικών υποχρεώσεων των Ανωνύμων Εταιρειών της Πρωτεύουσας, αλλά και από φορολογικούς ελέγχους, τόσο επί των υποβληθεισών φορολογικών δηλώσεων και οικονομικών καταστάσεων των Ανωνύμων Εταιρειών, όσο και από ελέγχους που εδράζονται σε στοιχεία και πληροφορίες που έχουν ως πηγή τρίτους.

3. Το ΚΕ.ΜΕ.Π αναφέρεται σε έσοδα που προέρχονται μόνο από ελέγχους σε φυσικά πρόσωπα, από στοιχεία που συλλέγει η υπηρεσία από άλλες υπηρεσίες τόσο του Υπουργείου Οικονομικών, όσο και λοιπών Υπουργείων και Ανεξάρτητων Αρχών, από Ελεγκτικές και Τραπεζικές πηγές της αλλοδαπής, από την Τράπεζα της Ελλάδος, αλλά ακόμα και βάσει του οικονομικού προφίλ φορολογούμενων μεγάλης οικονομικής επιφάνειας, μέσω συστημάτων «φορολογικής επικινδυνότητας».

4. Η Ε΄ Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, ασχολείται εν μέρει με έργο αντίστοιχο του ΚΕ.ΜΕ.Π., αλλά και με τους φορολογούμενους της χωρικής αρμοδιότητάς της, θεωρούμε όμως ότι ο χαρακτήρας του ελεγκτικού της έργου, προσομοιάζει κατά πολύ με αυτό του ΚΕ.ΜΕ.Π.

Ανάλυση πορείας εσόδων των ανωτέρω Υπηρεσιών από το 2015 έως και το 2018

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟ ΕΤΟΣ

ΟΝΟΜΑΣΙΑ Δ.Ο.Υ.

ΒΕΒΑΙΩΘΕΝΤΑ ΕΣΟΔΑ

ΕΙΣΠΡΑΧΘΕΝΤΑ ΕΣΟΔΑ

ΕΙΣΠΡΑΚΤΕΑ ΥΠΟΛΟΙΠΑ

ΠΟΣΟΣΤΟ ΕΙΣΠΡΑΧΘΕΝΤΩΝ %

ΠΟΣΟΣΤΟ ΕΙΣΠΡΑΚΤΕΩΝ %

2018

Δ.Ο.Υ. ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ

15.088.095.631,20

14.844.803.005,81

243.292.625,39

98,39

1,61

2017

Δ.Ο.Υ. ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ

14.326.905.127,08

14.081.847.557,75

245.057.569,33

98,29

1,71

2016

Δ.Ο.Υ. ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ

4.438.958.842,87

4.247.834.928,30

191.123.914,57

95,69

4,31

2015

Δ.Ο.Υ. ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ

2.923.105.723,76

2.727.830.195,06

195.275.528,70

93,32

6,68

2018

ΚΕ.ΜΕ.Π.

11.929.369.202,92

299.018.686,62

11.630.350.516,30

2,51

97,49

2017

ΚΕ.ΜΕ.Π.

11.717.813.434,33

220.047.476,33

11.497.765.958,00

1,88

98,12

2016

ΚΕ.ΜΕ.Π.

11.112.428.248,93

196.242.557,71

10.916.185.691,22

1,77

98,23

2015

ΚΕ.ΜΕ.Π.

11.060.624.854,87

398.536.541,91

10.662.088.312,96

3,60

96,40

2018

Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. ΑΘΗΝΩΝ

34.325.533.749,84

11.686.853.524,68

22.638.680.225,16

34,05

65,95

2017

Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. ΑΘΗΝΩΝ

32.406.530.916,96

11.369.589.753,68

21.036.941.163,28

35,08

64,92

2016

Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. ΑΘΗΝΩΝ

31.223.679.130,29

10.939.803.163,79

20.283.875.966,50

35,04

64,96

2015

Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. ΑΘΗΝΩΝ

27.010.103.193,36

9.698.335.408,88

17.311.767.784,48

35,91

64,09

2018

Δ.Ο.Υ. Ε΄ ΘΕΣ/ΝΙΚΗΣ

2.448.188.705,30

149.006.155,21

2.299.182.550,09

6,09

93,91

2017

Δ.Ο.Υ. Ε΄ ΘΕΣ/ΝΙΚΗΣ

2.345.690.383,64

153.678.154,60

2.192.012.229,04

6,55

93,45

2016

Δ.Ο.Υ. Ε΄ ΘΕΣ/ΝΙΚΗΣ

2.132.407.809,86

162.550.902,53

1.969.856.907,33

7,62

92,38

2015

Δ.Ο.Υ. Ε΄ ΘΕΣ/ΝΙΚΗΣ

1.983.010.921,93

142.635.005,98

1.840.375.915,95

7,19

92,81

Συγκεντρωτικά δεδομένα από την ανάλυση του ανωτέρω πίνακα

ΜΕΣΟΣ ΟΡΟΣ ΒΕΒΑΙΩΘΕΝΤΩΝ ΕΣΟΔΩΝ

Δ.Ο.Υ. ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ

ΚΕ.ΜΕ.Π.

Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. ΑΘΗΝΩΝ

Δ.Ο.Υ. Ε΄ ΘΕΣ/ΝΙΚΗΣ

9.194.266.331,23

11.455.058.935,26

31.241.461.747,61

2.227.324.455,18

ΜΕΣΟΣ ΟΡΟΣ ΕΙΣΠΡΑΧΘΕΝΤΩΝ ΕΣΟΔΩΝ

8.975.578.921,73

278.461.315,64

10.923.645.462,76

151.967.554,58

ΕΙΣΠΡΑΚΤΕΑ ΥΠΟΛΟΙΠΑ Μ.Ο.

218.687.409,50

11.176.597.619,62

20.317.816.284,86

2.075.356.900,60

Μ.Ο. ΕΙΣΠΡΑΧΘΕΝΤΩΝ %

97,62

2,43

34,97

6,82

Μ.Ο. ΕΙΣΠΡΑΚΤΕΩΝ %

2,38

97,57

65,03

93,18

Παρατηρήσεις:

1. Η Δ.Ο.Υ. Κατοίκων Εξωτερικού παρουσιάζει αξιοσημείωτη εισπραξιμότητα που αγγίζει σε μέσο όρο τετραετίας το 97,62%.

2. Η εισπραξιμότητα της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών, θεωρούμε ότι συμπεριλαμβάνει δύο τμήματα. Αυτό το κομμάτι των φόρων που βάσει οικείων δηλώσεων καταβάλλουν τα υπαγόμενα σε αυτή νομικά πρόσωπα και αυτό που προκύπτει κατόπιν ελέγχων, το οποίο πιστεύουμε ότι κινείται σε πολύ μικρή εισπραξιμότητα, έτσι ώστε τελικά ο μέσος όρος εισπραξιμότητας της υπό εξέταση τετραετίας να είναι αισθητά μειωμένος.

3. Το ΚΕ.ΜΕ.Π. και η Ε΄ Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, αντλούν τα φορολογικά τους έσοδα από φορολογικούς ελέγχους (αποκλειστικά για το ΚΕ.ΜΕ.Π. και στο συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος για την Ε΄ Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης), με ελάχιστη όμως επιτυχία. Ειδικά για το ΚΕ.ΜΕ.Π το μέσο ποσοστό εισπραχθέντων φόρων στην εξεταζόμενη τετραετία κινείται στο 2,43%, ή αλλιώς, για κάθε εκατό ευρώ που βεβαιώνει η ελεγκτική υπηρεσία, εισπράττονται λιγότερα από 2,5 ευρώ. Υπενθυμίζουμε ότι ο Ν. 4174/2013 περί Κ.Φ.Δ. προβλέπει μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης τα οποία σίγουρα κινεί το δικαστικό τμήμα της υπηρεσίας, θεωρούμε όμως ότι αυτά είναι ατελέσφορα, αφενός λόγω της μη ύπαρξης περιουσιακών στοιχείων των οφειλετών, αφετέρου δε, κυρίως, λόγω των αναστολών είσπραξης που δίνονται από τα Διοικητικά Δικαστήρια, ή λόγω των οριστικών αποφάσεων των ιδίων Δικαστηρίων, με τις οποίες ακυρώνονται οι εκδοθείσες αποφάσεις προσδιορισμού φόρου, προστίμων κλπ.

Συμπεράσματα:

1. Η είσπραξη φόρων είναι συντριπτικά πιο εύκολη και προσδιορίσημη, όταν ο φορολογούμενος (φυσικό πρόσωπο, νομικό πρόσωπα ή νομική οντότητα), υποβάλει οικειοθελώς βάσει των φορολογικών του υποχρεώσεων φορολογική δήλωση και καταβάλει τον οφειλόμενο φόρο.

2. Κάτοικοι με φορολογική κατοικία την αλλοδαπή, δείχνουν σχεδόν καθολική φορολογική συμμόρφωση, αποκύημα πιθανώς της θέλησης για αποφυγή φορολογικών εμπλοκών σε χώρα διαφορετική από την φορολογική τους κατοικία.

3. Η προσπάθεια προσέλκυσης φορολογικών κατοίκων στη χώρα μας, μη διαμενόντων σε αυτή (Non Dom), αποτελεί βέλτιστη επιλογή, δεδομένου ότι οι συγκεκριμένοι θα έχουν μέγιστη φορολογική συμμόρφωση, μη θέλοντας να χάσουν τα όποια προνόμια παρέξει η Ελληνική πολιτεία σε σχέση με την φορολογία του παγκοσμίου εισοδήματός τους.

4. Όσον αφορά τους ελέγχους φυσικών προσώπων, με τις έμμεσες τεχνικές ελέγχου και δη αυτής των τραπεζικών καταθέσεων: Το «Ειδικό Λογισμικό Ελέγχου Προσαύξησης Περιουσίας» χρησιμοποιείται από τον Μάιο του 2017 για τον προσδιορισμό της συνολικής καθαρής ατομικής/οικογενειακής τραπεζικής περιουσίας για κάθε ΑΦΜ και τη σύγκρισή της με τα δηλωθέντα ατομικά/οικογενειακά εισοδήματα κατ’ έτος, έτσι ώστε εξάγεται εκτίμηση αποκρυβείσας ή μη φορολογητέας ύλης. Το σύστημα εντοπίζει και επεξεργάζεται μόνο τα στοιχεία πρωτογενών καταθέσεων, δηλαδή των ποσών που εμφανίζονται για πρώτη φορά κατατεθειμένα στους τραπεζικούς λογαριασμούς κάθε ελεγχόμενου, καθώς έχει τη δυνατότητα να εξαιρεί από τα προς διασταύρωση στοιχεία μεταφορές κεφαλαίων από λογαριασμό σε λογαριασμό του ιδίου προσώπου, δάνεια και αντιλογισμούς.

Μέσω αυτοματοποιημένων λογιστικών αλγορίθμων, το σύστημα μπορεί να συσχετίζει τα στοιχεία των πρωτογενών καταθέσεων με τα δηλωθέντα εισοδήματα μέσα σε λίγη ώρα, οδηγώντας σε κάποιες πρώτες ενδείξεις πιθανής φοροδιαφυγής.

Μέσω του «Λογισμικού», αντλούνται:

• Τα πρωτογενή δεδομένα που απέστειλαν τα πιστωτικά ιδρύματα της ημεδαπής και αφορούν στο σύνολο των χρηματοοικονομικών προϊόντων και των διενεργηθέντων σε αυτά αναλυτικών κινήσεων.

• Τα δηλωθέντα εισοδήματα του εκάστοτε ελεγχόμενου.

Η αυτοματοποιημένη επεξεργασία των δεδομένων (τραπεζικών και φορολογικών), υπολογίζει τις πρωτογενείς καταθέσεις, μέσω της χρήσης μηχανογραφικών ελεγκτικών εντολών, για κάθε φορολογικό έτος, καθώς και το άθροισμα του συνόλου των δηλωθέντων πραγματικών εισοδημάτων/εσόδων (φορολογητέων, αυτοτελώς φορολογημένων και αφορολόγητων) στα υπό έρευνα έτη.

Διευκρινίζεται πως, δεν υπολογίζονται ως πρωτογενείς καταθέσεις οι αντιλογισμοί, οι μεταφορές χρημάτων μεταξύ των τραπεζικών λογαριασμών του ελεγχόμενου, οι ανανεώσεις τραπεζικών και χρηματιστηριακών προϊόντων (Repos, αμοιβαία κεφάλαια, προθεσμιακές καταθέσεις), διάφορες συμψηφιστικές κινήσεις κ.α., καθώς δεν συνιστούν νεοεισερχόμενο χρήμα στους λογαριασμούς του.

Δεδομένου όμως ότι ο κώδικας του συγκεκριμένου λογισμικού είναι άγνωστος εκτός του Υπουργείου Οικονομικών, μπορούμε να κάνουμε παρατηρήσεις μόνο εκ των αποτελεσμάτων. Συγκεκριμένα, όπως έχει παρατηρηθεί επί υποθέσεων ελέγχου, το λογισμικό, «αντιλαμβάνεται» ως πρωτογενή κατάθεση την ρευστοποίηση επενδυτικών προϊόντων και προθεσμιακών τραπεζικών λογαριασμών, έχοντας εμφανώς τεχνική αδυναμία να εξεύρει τον χρόνο δημιουργίας του προϊόντος ή της κατάθεσης και περαιτέρω, αθροίζει εκ νέου τυχών εξόφληση άλλου τραπεζικού προϊόντος (στεγαστικού δανείου για παράδειγμα), θεωρώντας την κατάθεση ποσού εξόφλησης δανείου στον ειδικά τηρούμενο για τον λόγο αυτό τραπεζικό λογαριασμό, ως πρωτογενή κατάθεση. Η τραπεζική πρακτική, αναφέρεται στην ύπαρξη ενός τραπεζικού λογαριασμού για κάθε εξειδικευμένο τραπεζικό προϊόν και προσωπικούς τροφοδότες τραπεζικούς λογαριασμούς για κάθε π.χ. φυσικό πρόσωπο. Σε περίπτωση που η διάρκεια του τραπεζικού προϊόντος ολοκληρωθεί (π.χ. Repos), ο συγκεκριμένος τραπεζικός λογαριασμός θα κλείσει και το ποσό ρευστοποίησης του Repos θα μεταφερθεί στον τροφοδότη λογαριασμό (συνήθως λογαριασμό ταμιευτηρίου). Το πρόβλημα λοιπόν έγκειται κατά πόσον το συγκεκριμένο λογισμικό, αντιλαμβάνεται την κατάθεση του προθεσμιακού προϊόντος στον λογαριασμό ταμιευτηρίου ως πρωτογενή κατάθεση ή όχι. Φυσικά, αν την αντιλαμβάνεται ως πρωτογενή κατάθεση, ευθέως υπάρχει πρόβλημα στην παραμετροποίηση του λογισμικού και το λάθος μπορεί να διορθωθεί από τον ελέγχοντα, τι γίνεται όμως αν υπάρχει τόσο μεγάλος όγκος που είναι ανθρωπίνως αδύνατο τα συγκεκριμένα ποσά, για ένα σύνολο φορολογικών ετών και για ταυτόχρονα πολλά τραπεζικά προϊόντα του ιδίου φυσικού προσώπου, συμπεριλαμβανόμενων και κοινών καταθετικών λογαριασμών, να πρέπει να ελεγχθούν μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Τέλος, από την άλλη μεριά, η «προθεσμία» των πέντε (5) ημερών ώστε ο φορολογούμενος να προσκομίσει στην ελεγκτική φορολογική αρχή όλα τα στοιχεία που απαιτούν αυτού του είδους οι έλεγχοι, στερείται παντελώς σοβαρότητας.

5. Επί της συγκεκριμένης μεθόδου ελέγχου, έχει τοποθετηθεί δημόσια ο νομικός σύμβουλος του Πρωθυπουργού κ. Γιώργος Μυλωνογιάννης. Χαρακτηρίζει ως «εφεύρημα» και «παράδειγμα προς αποφυγή» να λειτουργούν τα αποτελέσματα των ελέγχων των τραπεζικών λογαριασμών ως συμπληρωματικά στοιχεία. Οι κινήσεις των λογαριασμών σε ελληνικές τράπεζες, δεν αποτελούν «συμπληρωματικά στοιχεία» των φορολογικών ελέγχων, και δεν μπορούν να παρατείνουν την περίοδο παραγραφής πέραν των πέντε ετών, γιατί με αποφάσεις του το ΣτΕ έκρινε, ότι τα στοιχεία ήταν διαθέσιμα στις ελεγκτικές αρχές και άρα οι φοροελεγκτές μπορούσαν να τα ελέγξουν, εντός της πενταετίας. Τα παραπάνω ανακοινώθηκαν στο φορολογικό συνέδριο 6ο «ΑΤΗENS LAW FORUM ON TAXATION». Οι σκέψεις αυτές εντάσσονται στο ευρύτερο πλαίσιο της επανεξέτασης των μέτρων κατά της φοροδιαφυγής και ενίσχυσης της επιχειρηματικότητας της Κυβέρνησης.

6. Με την 1738/2017 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι παρατείνεται διαδοχικώς ο χρόνος παραγραφής φορολογικών αξιώσεων του Δημοσίου λίγο πριν από τη λήξη είτε της αρχικής παραγραφής είτε της προηγούμενης παρατάσεως αυτής ώστε η, θεσπιζόμενη με το άρθρο 57 του Κώδικα ΦΠΑ ως κανόνας, πενταετής παραγραφή, που είναι, άλλωστε, εύλογη, να φαίνεται ότι δεν έχει πλέον σε καμία περίπτωση εφαρμογή για τις φορολογικές υποχρεώσεις που γεννήθηκαν κατά τις χρήσεις στις οποίες αφορούν οι ανωτέρω διατάξεις και, αντιθέτως, να διαφαίνεται από τις ρυθμίσεις αυτές αδυναμία οποιασδήποτε προβλέψεως περί του χρόνου λήξεως της παραγραφής τους, με συνέπεια να κλονίζεται η αξιοπιστία του κράτους γενικότερα, πράγμα που δεν συμβάλλει στην εμπέδωση της συνειδήσεως στους πολίτες ότι οφείλουν να εκπληρώνουν τις φορολογικές τους υποχρεώσεις. Άλλωστε, όπως προκύπτει από τις παρατεθείσες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις, η παραγραφή αυτή παρατάθηκε στη συνέχεια και πάλι, επανειλημμένως, ώστε έως το χρόνο συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον της Ολομέλειας να υπάρχουν, ενδεχομένως, υποθέσεις για τις οποίες, ενόψει των εν λόγω διατάξεων, η παραγραφή δεν είχε ακόμη λήξει (δοθέντος ότι η παράταση της παραγραφής εξαρτάται πλέον από ενέργειες διαφόρων αρχών, με συνέπεια ο χρόνος παραγραφής των φορολογικών αξιώσεων του ίδιου έτους ενδεχομένως να διαφέρει από φορολογούμενο σε φορολογούμενο αναλόγως εάν για συγκεκριμένο φορολογούμενο έχει εκδοθεί εντολή ελέγχου από κάποια από τις προβλεπόμενες στις ανωτέρω διατάξεις αρχή) και ως προς τις οποίες να μην είναι, ενδεχομένως, δυνατόν ούτε καν να προβλεφθεί ευχερώς πότε συμπληρώνεται η παραγραφή. Με τα δεδομένα αυτά οι προαναφερόμενες διατάξεις αντίκεινται στις εξειδικεύουσες την (απορρέουσα από την αρχή του κράτους δικαίου) αρχή της ασφάλειας δικαίου διατάξεις των παρ.1 και 2 του άρθρου 78 του Συντάγματος, διότι παρατείνουν την προθεσμία παραγραφής φορολογικών αξιώσεων του δημοσίου αναγομένων σε ημερολογιακά έτη προγενέστερα του προηγούμενου της δημοσιεύσεως των σχετικών νόμων ετών (πρβλ. σχετ. και ΣτΕ 173/2018, 2934/2017).

Σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 4 (περ. β) του άρθρου 84 του Κ.Φ.Ε., ενόψει και της μεταβατικής διατάξεως του άρθρου 72 παρ. 11 εδάφιο α΄ του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, σύμφωνα με το οποίο «Διατάξεις περί παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου να κοινοποιεί φύλλα ελέγχου και πράξεις προσδιορισμού φόρου, τελών, εισφορών και προστίμων, προϊσχύουσες του άρθρου 36 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, εξακολουθούν να έχουν εφαρμογή για τις χρήσεις, τις περιόδους, τις υποθέσεις και τις φορολογικές υποχρεώσεις τις οποίες αφορούν. Κατ’ εξαίρεση, οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 36 εφαρμόζονται και για περιπτώσεις φοροδιαφυγής, η οποία διαπράχθηκε πριν την εφαρμογή του Κώδικα, εάν, κατά τη θέση αυτού σε ισχύ, το δικαίωμα του Δημοσίου δεν έχει παραγραφεί», το δικαίωμα του Δημοσίου για καταλογισμό φόρου εισοδήματος, καθώς και πρόσθετου φόρου, λόγω ανακρίβειας της οικείας δηλώσεως φορολογίας εισοδήματος, με έκδοση πράξεως διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου, κατόπιν διενέργειας ελέγχου, παραγράφεται, καταρχήν, με την πάροδο πενταετίας από το τέλος του έτους εντός του οποίου έληξε η προθεσμία για την επίδοση της οικείας δηλώσεως (η εν λόγω προθεσμία καθορίζεται στο άρθρο 62 του Κ.Φ.Ε.). Κατά παρέκκλιση του κανόνα αυτού, η παραγραφή καθίσταται δεκαετής, μεταξύ άλλων, σε περίπτωση στην οποίαν η διαπίστωση της ανακρίβειας της δηλώσεως και η επιβολή του διαφυγόντος φόρου και της χρηματικής κυρώσεως στηρίζονται σε στοιχεία («συμπληρωματικά») που περιήλθαν στην αρμόδια για τον καταλογισμό φορολογική αρχή μετά την ως άνω πενταετία. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 6 του Ν. 3522/2006, που τροποποίησε το άρθρο 84 παρ. 4 του Κ.Φ.Ε., τούτο ισχύει ακόμα κι αν δεν είχε εκδοθεί αρχικό φύλλο ελέγχου εντός πενταετίας από το τέλος του προαναφερόμενου έτους, ήτοι, κατ’ ουσία, ανεξάρτητα από το εάν είχε διενεργηθεί φορολογικός έλεγχος ή όχι, μέσα στην πενταετία αυτή. Τέτοια «συμπληρωματικά στοιχεία» που περιέρχονται σε γνώση της φορολογικής διοίκησης αποτελούν στοιχεία αποδεικτικά της υπάρξεως μη δηλωθέντος φορολογητέου εισοδήματος, τα οποία δικαιολογημένα δεν είχε λάβει υπόψη της η φορολογική αρχή κατά την ανωτέρω πενταετία (βλ. ΣτΕ 2426/2002). Συνεπώς, δεν αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία, εκείνα τα οποία είτε είχαν περιέλθει σε γνώση της φορολογικής αρχής εντός της προβλεπόμενης στην παράγραφο 1 του ανωτέρω άρθρου 84 πενταετίας και αγνοήθηκαν ή δεν ελήφθησαν προσηκόντως υπόψη από αυτήν (πρβλ. ΣτΕ 2934/2017, 3296/2008, 2703/1997 κ.α.) είτε η φορολογική αρχή όφειλε να έχει λάβει γνώση τους, εντός της ίδιας πενταετίας, εάν είχε επιδείξει την δέουσα επιμέλεια (πρβλ. ΣτΕ 2935/2017, 2426/2002, κ.α.), δηλ. εάν είχε λάβει τα προσήκοντα μέτρα ελέγχου και έρευνας που προβλέπονται στο νόμο. Περαιτέρω, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, μεταξύ των βασικών και τακτικών μέσων του φορολογικού ελέγχου της ακρίβειας των δηλώσεων εισοδήματος, ο οποίος, κατά τα προεκτεθέντα, πρέπει να διενεργείται, κατ’ αρχήν, εντός της προβλεπόμενης στο ανωτέρω άρθρο 84 παρ. 1 πενταετίας, είναι και η εξέταση του υπόλοιπου και των κινήσεων των τραπεζικών λογαριασμών του φορολογούμενου στην ημεδαπή. Ως εκ τούτου, στοιχεία για το υπόλοιπο ή και τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών του φορολογούμενου στην ημεδαπή δεν αποτελούν «συμπληρωματικά στοιχεία», ικανά να δικαιολογήσουν (ενόψει και των επιταγών της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας) την επιμήκυνση της (καταρχήν οριζόμενης, πενταετούς) προθεσμίας παραγραφής, σύμφωνα με το άρθρο 84 παρ. 4 περιπτ. β, σε συνδυασμό με το άρθρο 68 παρ. 2 περιπτ. α του Κ.Φ.Ε. Πράγματι, εάν θεωρηθεί ότι στοιχεία για το υπόλοιπο ή και τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών στην ημεδαπή μπορούν να αποτελούν «συμπληρωματικά στοιχεία», ο κανόνας της πενταετούς παραγραφής δεν θα είχε κατ’ ουσία πεδίο εφαρμογής και η εμφανιζόμενη ως παρέκκλιση δεκαετής παραγραφή θα καθίστατο ο κανόνας, δεδομένου ότι, αν όχι το σύνολο των φορολογουμένων, εν πάση περιπτώσει, η συντριπτική πλειοψηφία αυτών τηρούσε ήδη από πολλών ετών και εξακολουθεί να τηρεί τραπεζικούς λογαριασμούς, χωρίς τους οποίους, άλλωστε, δεν είναι πλέον δυνατή η πραγματοποίηση μεγάλου πλήθους συναλλαγών. Επιπλέον, η επιμήκυνση του χρόνου της παραγραφής στη δεκαετία, δηλ. σε χρόνο διπλάσιο του καταρχήν προβλεπόμενου, και, μάλιστα, ανεξαρτήτως των συνθηκών τελέσεως ή/και της βαρύτητας, από απόψεως ποσού, της αποδιδόμενης φοροδιαφυγής, εμφανίζει σοβαρά μειονεκτήματα, τόσο για τους φορολογούμενους όσο και για το Δημόσιο, όσον αφορά στη φερεγγυότητα των φορολογικών ελέγχων, στη δυνατότητα προσήκουσας άμυνας των διοικουμένων, στον προγραμματισμό και την ανάπτυξη των οικονομικών δραστηριοτήτων τους, προς όφελος και της εθνικής οικονομίας, καθώς και στην εισπραξιμότητα των καταλογιζόμενων ποσών, ενόψει των οποίων και βάσει των όσων έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά, θα έβαινε εμφανώς πέραν του μέτρου που είναι αναγκαίο και εύλογο για τον εντοπισμό και την καταστολή της φοροδιαφυγής από μια σύγχρονη, καλά οργανωμένη και επιμελή φορολογική διοίκηση, εάν, μάλιστα, ληφθεί υπόψη ότι ο λόγος της ανωτέρω επιμηκύνσεως της προθεσμίας παραγραφής θα απέρρεε από την όψιμη (μετά την πάροδο της πενταετίας) συλλογή και εκτίμηση από τη φορολογική αρχή στοιχείων περί των τραπεζικών λογαριασμών των φορολογουμένων, μέσω της χρήσεως βασικού και τακτικού μέσου που έχει στη διάθεσή του, εδώ και πολλά χρόνια, ο φορολογικός έλεγχος και το οποίο αυτός οφείλει να εφαρμόζει, ορθολογικά και επίκαιρα, αξιοποιώντας κατάλληλα και τη σύγχρονη τεχνολογία, για την αποτελεσματική εκπλήρωση του έργου του, σύμφωνα με όσα σημειώθηκαν στην προηγούμενη σκέψη (πρβλ. ΣτΕ 172/2018 σκ.12). Περαιτέρω, η διάταξη της περιπτ. β΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 84 του Κ.Φ.Ε., παραπέμποντας στο άρθρο 68 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, προβλέπει δεκαετή προθεσμία παραγραφής, όχι μόνο όταν η φορολογική αρχή διαπιστώνει την ύπαρξη φορολογητέας ύλης από «συμπληρωματικά στοιχεία» που περιήλθαν σε γνώση της μετά την πάροδο της καταρχήν προβλεπόμενης πενταετούς προθεσμίας παραγραφής (περιπτ. α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 68), αλλά και όταν η υποβληθείσα δήλωση φόρου εισοδήματος αποδεικνύεται ανακριβής (περιπτ. β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 68). Οι δύο αυτές περιπτώσεις νομοθετικής παρεκτάσεως στη δεκαετία του χρόνου παραγραφής είναι εμφανές ότι αλληλοκαλύπτονται, δεδομένου ότι τα στοιχεία που αποδεικνύουν την ύπαρξη μη δηλωθέντος εισοδήματος και περιέρχονται μετά την πενταετία σε γνώση της φορολογικής αρχής τεκμηριώνουν, καταρχήν, και την (αντικειμενική) ανακρίβεια της υποβληθείσης δηλώσεως. Ενόψει τούτου και όσων έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, υπό το φως της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, δε συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διάταξης της περιπτ. β΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 84 του Κ.Φ.Ε., σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 68 παρ. 2 περιπτ. β του Κ.Φ.Ε., περί δεκαετούς παραγραφής, εάν η ανακρίβεια της δηλώσεως αποδεικνύεται, κατά την εκτίμηση της φορολογικής αρχής, βάσει στοιχείων για το υπόλοιπο ή (και) τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών του φορολογούμενου στην ημεδαπή (ΣτΕ 172/2018).

Όλα τα ανωτέρω αναπτυχθέντα στην παράγραφο αυτή, έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τις εκάστοτε ανακοινώσεις της Διοίκησης για τον λόγο χαμηλής εισπραξιμότητας και ότι ο μοναδικός αυτός λόγος αναφέρεται στις επίμαχες αποφάσεις του ΣτΕ περί πενταετούς παραγραφής, με συνέπεια, οι μεταγενέστερα εκδικαζόμενες υποθέσεις που αφορούν χρόνους για τους οποίους έχει επέλθει παραγραφή, να απορρίπτονται από τα Διοικητικά Δικαστήρια.

Τα παραπάνω όμως ανατρέπονται από την εξέταση του πρώτου παρατεθέντος πίνακα, από τον οποίο προκύπτουν τα εξής ποσά εισπραξιμότητας κατά εξεταζόμενο έτος:

2018

ΚΕ.ΜΕ.Π.

2,51

2017

ΚΕ.ΜΕ.Π.

1,88

2016

ΚΕ.ΜΕ.Π.

1,77

2015

ΚΕ.ΜΕ.Π.

3,60

Με βάση τα στοιχεία αυτά, δεν μπορεί να υποστηριχθεί σοβαρά ότι οι επίμαχες αποφάσεις του ΣτΕ περί παραγραφής, επέτεινα την ανύπαρκτη σχεδόν εισπραξιμότητα της ελεγκτικής υπηρεσίας, δεδομένου ακόμα πως ενώ το 2016, μη υφισταμένων των αποφάσεων περί περιγραφής του ΣτΕ, η εισπραξιμότητα ήταν 1,77%, ενώ κατά το φορολογικό έτος 2018, αντί να μειωθεί έτι περαιτέρω, βελτιώθηκε κατ’ ελάχιστον στο 1,88%. Την ίδια ακριβώς συμπεριφορά, για το σύνολο των εξεταζόμενων ετών δείχνουν και οι τέσσερις συμμετέχουσες στην έρευνα Υπηρεσίες, ακυρώνοντας ουσιαστικά την αιτιολογία της αδυναμίας είσπραξης των αρμοδίως υπευθύνων.



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
φορολογικός μηχανισμός, ελεγκτικός μηχανισμός, Ληξιπρόθεσμες Οφειλές