15/11/19 | Αρχική > Αρθρογραφία > Εργατικά και Πρακτικά

Σπουδαίος λόγος καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου σε αντιδιαστολή με βάσιμο λόγο απόλυσης

1. Μη αναγραφή του Βάσιμου λόγου απόλυσης στο έντυπο της καταγγελίας της σύμβασης

Για την εγκυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, πέραν των προϋποθέσεων που έθετε το άρθρο 5 παρ.3, του Ν.398/1955 [να είναι έγγραφη, να έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και να έχει καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυόμενου στα τηρούμενα για τον Ε.Φ.Κ.Α. (τέως Ι.Κ.Α.) μισθολόγια ή να έχει ασφαλιστεί ο απολυόμενος], απαιτείτο σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του άρθρου 48 του Ν.4611/2019 , που τέθηκαν σε ισχύ από 17/5/2019 και η συνδρομή βάσιμου λόγου (κατά την έννοια του άρθρου 24 του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 4359/2016 ) για την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας. Ειδικότερα, στο άρθρο 24 του Ν.4359/2016 αναγνωρίζεται το δικαίωμα όλων των εργαζομένων να μη λύεται η εργασιακή τους σχέση χωρίς βάσιμο λόγο που να συνδέεται με την ικανότητα ή τη συμπεριφορά τους ή να βασίζεται στις λειτουργικές απαιτήσεις της επιχείρησης, της εγκατάστασης ή της υπηρεσίας.

Με την παρ. 2 (α) του άρθρου 117 του Ν. 4623/2019 καταργήθηκε το άρθρο 48 του Ν. 4611/2019 αφότου ίσχυσε. Στο πλαίσιο αυτό επανέρχεται το καθεστώς της αναιτιολόγητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και δεν υφίσταται πλέον η υποχρέωση του εργοδότη, να συμπληρώνει στο «Έντυπο Ε6 - Καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου (με ή χωρίς προειδοποίηση)» το πεδίο στο οποίο θα αναφέρεται ο βάσιμος λόγος καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου. Διευκρινίζεται ότι με τις νέες διατάξεις, το βάρος απόδειξης περί καταχρηστικότητας και ακυρότητας της καταγγελίας (όπως ίσχυε και πριν τη θέσπιση του άρθρου 48 του Ν. 4611/2019 ), φέρει ο εργαζόμενος.

2. Μη συνδρομή βάσιμου λόγου επί συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου

Στις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου δεν απαιτείται η συνδρομή βάσιμου λόγου, σε περίπτωση καταγγελίας σε χρόνο προγενέστερο του αρχικώς συμφωνηθέντος με δεδομένο ότι οι συμβάσεις αυτές καταγγέλλονται για σπουδαίο λόγο. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 673 του Αστικού Κώδικα που αφορά σε συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, «αν ο σπουδαίος λόγος, για τον οποίο έγινε η καταγγελία, συνίσταται ή οφείλεται σε αθέτηση της σύμβασης, εκείνος που την αθέτησε έχει υποχρέωση σε αποζημίωση». Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αξίωση αποζημίωσης έχει ο εργαζόμενος όταν η σύμβαση εργασίας καταγγέλθηκε εγκύρως από αυτόν για σπουδαίο λόγο συνιστάμενο ή οφειλόμενο σε αθέτηση της συμβάσεως από μέρους του εργοδότη. Αντίθετα, αν η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου καταγγέλθηκε πρόωρα από τον εργοδότη χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος, ο μισθωτός, λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας αυτής, έχει δικαίωμα να απαιτήσει όχι αποζημίωση (κατά την έννοια των άρθρων 297 και 298 του Αστικού Κώδικα), αλλά μισθούς υπερημερίας για το μετά την καταγγελία και έως το συμφωνημένο χρόνο λήξης της συμβάσεως διάστημα.

3. Σπουδαίος λόγος καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου

Κατά το άρθρο 672 του Αστικού Κώδικα «καθένα από τα μέρη έχει δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία». Το δικαίωμα αυτό δεν επιτρέπεται να αποκλεισθεί με αντίθετη συμφωνία. Επίσης με το άρθρο 673 του ίδιου Κώδικα «αν ο σπουδαίος λόγος για τον οποίο έγινε η καταγγελία συνίσταται ή οφείλεται σε αθέτηση της σύμβασης, εκείνος που την αθέτησε έχει υποχρέωση σε αποζημίωση». Επισημαίνεται ότι η μη συνδρομή σπουδαίου λόγου καταγγελίας της σύμβασης, καθιστά τον εργοδότη σε κατάσταση υπερημερίας, γιατί η καταγγελία θεωρείται ως μη συντελεσθείσα. Επίσης, διευκρινιστικά αναφέρεται ότι δεν υπάρχει υποχρέωση του εργοδότη να εκθέτει στο έγγραφο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου το σπουδαίο λόγο απόλυσης και τα συγκεκριμένα περιστατικά που συνετέλεσαν στην απόλυση του μισθωτού (Εφετείο Θεσσαλονίκης 95/2002).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 672 και 673 του Αστικού Κώδικα προκύπτει με σαφήνεια, ότι:

• ο σπουδαίος λόγος που επιτρέπει την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου δεν προϋποθέτει αναγκαίως υπαιτιότητα (πταίσμα) στο πρόσωπο εκείνου κατά του οποίου γίνεται η καταγγελία,

• τέτοιο σπουδαίο λόγο αποτελεί κυρίως η ουσιώδης παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων, αλλά και άλλα περιστατικά που κατ΄ αντικειμενική κρίση καθιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση μη ανεκτή για τον εργοδότη την παραπέρα συνέχιση της συμβάσεως, και

• για την εκτίμηση αν συντρέχουν τέτοια περιστατικά λαμβάνονται υπόψη η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, αλλά και οι ιδιαίτερες εκάστοτε περιστάσεις που συνοδεύουν τέτοια περιστατικά στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Συμπερασματικά, ο σπουδαίος λόγος που επιτρέπει την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου δεν προϋποθέτει αναγκαίως υπαιτιότητα (πταίσμα) στο πρόσωπο εκείνου κατά του οποίου γίνεται η καταγγελία. Τέτοιο σπουδαίο λόγο αποτελεί κυρίως η ουσιώδης παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων, αλλά και περιστατικά που κατ΄ αντικειμενική κρίση καθιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση μη ανεκτή για τον εργοδότη την παραπέρα συνέχιση της συμβάσεως. Για την εκτίμηση αν συντρέχουν τέτοια περιστατικά λαμβάνονται υπόψη η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, αλλά και οι ιδιαίτερες εκάστοτε περιστάσεις που συνοδεύουν τέτοια περιστατικά στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Διευκρινίζεται ότι τα περιστατικά που ανάγονται στη δικαιοδοσία του σπουδαίου λόγου μπορεί να είναι και τυχαία ή να οφείλονται σε ανωτέρα βία, χωρίς να ενδιαφέρει στη σφαίρα ποιου από τα δύο μέρη γεννήθηκαν. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι ο σπουδαίος λόγος είναι αόριστη νομική έννοια, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή σ΄ αυτή των συγκεκριμένων περιστατικών υπάγεται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Τέτοιος λόγος συντρέχει και όταν επήλθε κλονισμός της σχέσεως εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, πράγμα που συμβαίνει ιδίως όταν ο μισθωτός παραβαίνει την υποχρέωση πίστεως έναντι του εργοδότη, αλλά και σε κάθε άλλη περίπτωση κατά την οποία, λόγω συνδρομής ορισμένων περιστατικών, τα οποία μπορεί να ανάγονται και στο πρόσωπο ή τις σχέσεις του εργοδότη, η συνέχιση της εργασιακής σχέσεως αποβαίνει, βάσει των παραπάνω αντικειμενικών κριτηρίων, μη ανεκτή από αυτόν (Ολομέλεια Αρείου Πάγου 858/1984, `Αρειος Πάγος 62/2009).

Όσον αφορά το διαδικαστικό πλαίσιο συμπλήρωσης του εντύπου Ε7: Βεβαίωση - Δήλωση εργοδότη για συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή έργου του Π.Σ. «Εργάνη», επισημαίνεται ότι στο πεδίο «Συμβατική Ημερομηνία Λήξης Σύμβασης Εργασίας» του εντύπου Ε7 του πληροφοριακού συστήματος «Εργάνη», συμπληρώνεται η συμβατική ημερομηνία λήξης της σύμβασης εργασίας του εργαζομένου, όπως αυτή προκύπτει από την ατομική σύμβαση εργασίας και ως «Ημερομηνία λήξης σύμβασης» συμπληρώνεται η ημερομηνία απόλυσης του εργαζομένου.

Κατωτέρω παρατίθενται αποφάσεις δικαστηρίων με βάση τις οποίες έχει κριθεί ότι συνέτρεχε σπουδαίος λόγος καταγγελίας συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου:

• Καταγγελία σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου αρχιμάγειρα ξενοδοχείου με αποδοχές υπερδιπλάσιες του νομίμου μισθού, με επίκληση σπουδαίου λόγου που συνίστατο στο γεγονός ότι σε γενόμενο έλεγχο από τα αρμόδια όργανα του Ε.Φ.Ε.Τ. στο χώρο των μαγειρείων, όπου ως αρχιμάγειρας προΐστατο ο ενάγων, διαπιστώθηκε: 1) μεγάλη ακαταστασία στα σκεύη καθώς και έντονη λιπαρότητα σε κάποια από αυτά, 2) λιπαρότητα δαπέδου ακατάλληλη από υγιεινής άποψης για παρασκευαστήριο και λιμνάζοντα νερά στο πάτωμα, 3) παρουσία ατόμων ασχέτων με το προσωπικό του ξενοδοχείου και 4) γενικευμένη συσσώρευση βρωμιάς στο χώρο του πλυντηρίου. Κρίση του δικαστηρίου ότι υφίστατο σπουδαίος λόγος προς καταγγελία της επίδικης σύμβασης ορισμένου χρόνου πριν από τη λήξη της, λόγω της παραπάνω συμπεριφοράς του ενάγοντος (Εφετείο Θεσσαλονίκης 1967/2007).

• Καταγγελία συμβάσεως εργασίας προπονητή λόγω πλημμελούς ασκήσεως των καθηκόντων του και συνεχόμενων ανεπιτυχών αποτελεσμάτων της αθλητικής ομάδας που είχε υπό την καθοδήγησή του. Η καλή ή μη απόδοση του κάθε ποδοσφαιριστή και της ομάδας του, καθώς και της εθνικής ομάδας, είναι συνάρτηση πολλών κάθε φορά παραγόντων, όπως η ικανότητα, φυσική κατάσταση, διάθεση, συνεργασία και το ομαδικό πνεύμα των παικτών, ο συγκεκριμένος αγώνας, ο τόπος διεξαγωγής του, η δυναμικότητα των αντιπάλων της, η διαιτησία, το κλίμα που επικρατεί στο γήπεδο κ.α., αλλά δεν πρέπει να παραγνωρίζεται η συμβολή του παράγοντα προπονητή, ως συντελεστή της αποδόσεως της ομάδας, η οποία είναι προς την κατεύθυνση αυτή σημαντική. Στη συγκεκριμένη δε περίπτωση η εθνική ομάδα ανδρών ποδοσφαίρου, παρουσίασε μειωμένη απόδοση στις διεθνείς ποδοσφαιρικές συναντήσεις και είχε αποτυχημένα αποτελέσματα, για τις οποίες ευθύνη έχει, και ο προπονητής για το λόγο ότι, εξαιτίας των παραπάνω παραλείψεών του, δεν έκανε επιτυχείς επιλογές, ούτε προετοίμασε άρτιο σύνολο, γι΄ αυτό δυσμενή υπήρξαν για τον ίδιο τα σχόλια σημαντικής μερίδας του αθλητικού τύπου. Εν όψει αυτών το Εφετείο δέχεται περαιτέρω σαφώς, ότι τα πιο πάνω αποδειχθέντα περιστατικά ανεπιτυχών αποτελεσμάτων της εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου συνιστούν σπουδαίο λόγο νόμιμης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του προπονητή, αφού, εξαιτίας αυτών, οφειλόμενων, κατά τα δεκτά γενόμενα, και σε παραβάσεις των συμβατικών υποχρεώσεων του, η ομοσπονδία δεν μπορούσε, κατά την καλή πίστη, να τον διατηρήσει ακόμη στη θέση του ως προπονητή, αφού η παραμονή του στη θέση αυτή είναι συνάρτηση των επιτυχιών της ομάδας. Μετά από αυτά το Εφετείο αποφάνθηκε, ότι η ένδικη καταγγελία είναι έγκυρη και η εναγόμενη δεν έγινε υπερήμερη περί την αποδοχή των υπηρεσιών του ενάγοντος μετά από αυτήν, ο δε τελευταίος δεν δικαιούται τις ζητούμενες αποδοχές υπερημερίας. Κατά τη μειοψηφούσα γνώμη η προσβαλλομένη απόφαση εστερείτο επαρκούς αιτιολογίας σε σχέση με το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι έχουν αποδειχθεί και ότι αποτελούν σπουδαίο λόγο καταγγελίας της επίδικης εργασιακής συμβάσεως (`Αρειος Πάγος 10/1995).

• Εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για τον μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματός του προβεί, κατά κατάχρηση αυτού, στον προσδιορισμό των όρων παροχής της εργασίας, δεν επέρχεται αυτοδικαίως η λύση της συμβάσεως ούτε υπάρχει υποχρέωση του εργαζομένου να αποδεχθεί τη μεταβολή ή να αποχωρήσει από την υπηρεσία του αλλά εάν μεν η σύμβαση είναι αορίστου χρόνου, του παρέχει το δικαίωμα να θεωρήσει τη μεταβολή, κατά το άρθρο 7 του Ν.2112/1920 ως καταγγελία της συμβάσεως εκ μέρους του εργοδότη και να ζητήσει την προβλεπόμενη από τον νόμο αποζημίωση, εάν δε η σύμβαση είναι ορισμένου χρόνου, του παρέχεται το δικαίωμα να την καταγγείλει, κατά το άρθρο 672 του Αστικού Κώδικα, για σπουδαίο λόγο και να ζητήσει, κατ΄ άρθρο 677 του ίδιου κώδικα, από τον εργοδότη την καταβολή αποζημιώσεως, που συνίσταται στους μισθούς κατά το από της καταγγελίας και μέχρι τη λήξη της συμβάσεως χρονικό διάστημα. Περίπτωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου δημοσιογράφου εργαζόμενης σε τηλεοπτικό σταθμό. Περιστολή αρμοδιοτήτων και υποβάθμιση της δημοσιογράφου. Κρίση ότι οι ένδικες ενέργειες συνιστούν μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων των εργασιακών συμβάσεων της εργαζόμενης και αποτελούν κατ΄ αντικειμενική κρίση σπουδαίο λόγο καταγγελίας εκ μέρους της εργαζόμενης (`Αρειος Πάγος 1071/2011).

• Η εναγομένη εργοδότρια επιχείρηση παραγωγής τηλεοπτικών προγραμμάτων, η οποία εκμεταλλεύεται τηλεοπτικό σταθμό, στα πλαίσια της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, που μεταξύ άλλων περιλαμβάνει και την παραγωγή τηλεοπτικών προγραμμάτων, προέβη στην πρόσληψη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, τεχνικών της βιομηχανίας κινηματογράφου και τηλεόρασης (εκφωνητή-,μουσικού επιμελητή, σκηνοθέτη υπεύθυνου φωτισμού κ.λπ.). Η εναγομένη εργοδότρια ισχυρίζεται ότι στην προκειμένη περίπτωση συνέτρεχε σπουδαίος λόγος για την καταγγελία των επιδίκων συμβάσεων, επειδή η εκπομπή την οποία επιμελούντο τα ανωτέρω πρόσωπα, παρουσίαζε χαμηλό ποσοστό τηλεθέασης και για το λόγο αυτό δεν κέρδιζε καθόλου διαφημιστικό χρόνο, με συνέπεια να δαπανάται ένα σημαντικό ποσό το μήνα χωρίς αντίστοιχο οικονομικό όφελος γι΄ αυτή. Το γεγονός αυτό όμως, ότι δηλαδή η ως άνω εκπομπή δεν απέφερε κέρδη στην εναγομένη εργοδότρια, λόγω του χαμηλού ποσοστού τηλεθέασής της, δεν μπορεί να θεωρηθεί σπουδαίος λόγος για την καταγγελία των επιδίκων συμβάσεων, εν όψει το ότι, σύμφωνα και με την προηγηθείσα σκέψη, η εναγομένη δεν επικαλείται περιστατικά που συνιστούν ουσιώδη παράβαση από τους ενάγοντες των συμβατικών τους υποχρεώσεων, αλλά ούτε και τα ως άνω επικαλούμενα απ΄ αυτήν περιστατικά είναι τέτοια που κατ΄ αντικειμενική κρίση σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, αλλά και όλες τις πιο πάνω αναφερόμενες περιστάσεις, καθιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση μη ανεκτή για την εναγομένη τη συνέχιση των επιδίκων συμβάσεων μέχρι τη λήξη τους. Το ποσοστό τηλεθέασης της κάθε τηλεοπτικής εκπομπής δεν συναρτάται μόνο με το αποτέλεσμα της εργασίας των εργαζομένων σ΄ αυτή, αλλά είναι αποτέλεσμα και των πάσης φύσεως κριτηρίων επιλογής των εκπομπών του τηλεοπτικού κοινού, του χρόνου προβολής της συγκεκριμένης εκπομπής και γενικά διαφόρων άλλων, ενίοτε αστάθμητων, παραγόντων. Σε κάθε περίπτωση όμως το ποσοστό τηλεθέασης μιας εκπομπής, όπως η συγκεκριμένη συναρτάται άμεσα με τον κίνδυνο της τηλεοπτικής επιχείρησης, τον οποίο φέρει η εργοδότρια - εναγομένη και τον οποίο δεν μπορεί αυτή με την καταγγελία της ορισμένου χρόνου σύμβαση εργασίας να επιρρίψει στους μισθωτούς - ενάγοντες, προσβάλλοντας έτσι το δικαίωμα των τελευταίων για εργασία και ασφάλεια εργασίας, που συναρτάται με το βιοπορισμό και την υπόστασή τους. Αυτά βέβαια ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο ως άνω ισχυρισμός της εναγομένης δεν αποδείχθηκε και ουσιαστικά βάσιμος (Εφετείο Πειραιώς 1100/1998, Δελτίο Εργατικής Νομοθεσίας έτος 1999, σελίδα 293).

• Συνιστά σπουδαίο λόγο καταγγελίας, η αντισυμβατική συμπεριφορά της ενάγουσας, Διευθύντριας εργαστηρίου βιολογίας, συνισταμένη ιδίως στη λανθασμένη αντιμετώπιση τριών περιστατικών του εργαστηρίου, εκ των οποίων η μία οδήγησε στον τερματισμό της κυήσεως πελάτισσας, συμπεριφορά η οποία δεν αρμόζει σε υπάλληλο που κατέχει την υπεύθυνη θέση εργαστηρίου κυτταρογενετικής και βλάπτει έναντι των τρίτων πελατών της εναγομένης τη φήμη και αξιοπιστία της, ως εταιρείας παροχής εξειδικευμένων υπηρεσιών έρευνας, μελετών και εφαρμογών στους τομείς της μοριακής βιολογίας, γενετικής και βιοτεχνολογίας. Τα τρία αυτά περιστατικά, το καθένα χωριστά αλλά και αθροιστικά συνεκτιμώμενα, σε συνδυασμό και με την αντισυμβατική συμπεριφορά της ενάγουσας, η οποία ήταν ασυνεπής στο συμφωνηθέντα χρόνο προσέλευσής της και αποχώρησής της από την εργασία της και αρνείτο να ενημερώσει εγκαίρως τους συναδέλφους της για τα εργαστηριακά δεδομένα, επιβάρυναν την εργασιακή της σχέση, σε τέτοιο βαθμό, ώστε να καθίσταται για την εναγομένη μη ανεκτή η συνέχισή της (`Αρειος Πάγος 1248/2014).

• Μόνη η μείωση κερδών του εργοδότη ή ακόμη και η δημιουργία ζημιών, δεν αποτελεί σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου (`Αρειος Πάγος 806/2014).

• Περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου δύο εργαζομένων ως Προϊσταμένων τμήματος σε ασφαλιστική εταιρεία, με την επίκληση σπουδαίου λόγου συνισταμένου στην πρόκληση ζημίας σε βάρος της περιουσίας της εταιρείας, τα πραγματικά περιστατικά της οποίας, όμως, δεν αποδείχθηκαν, ενώ επίσης, οι ανωτέρω υπάλληλοι αθωώθηκαν αμετακλήτως και από το ποινικό Δικαστήριο για την κατηγορία της υπεξαίρεσης σε βάρος της εταιρείας. Αποδείχθηκε δε, ότι και οι δύο υπάλληλοι απολύθηκαν, χωρίς η εταιρεία να εξηγεί επαρκώς τους λόγους για τους οποίους δεν είχε κινητοποιήσει, σε προγενέστερο της απόλυσής τους χρονικό διάστημα, τις αρμόδιες Ελεγκτικές Υπηρεσίες της και τη διαγραφόμενη από τον οικείο Κανονισμό διαδικασία για τη διερεύνησή των αποδιδόμενων σε αυτούς αδικοπραξιών, επομένως κρίνεται ότι οι καταγγελίες των συμβάσεών τους έγιναν από λόγους εκδίκησης, διότι ο ένας εκ των υπαλλήλων είχε καταθέσει ως μάρτυρας σε δίκη κατά της εταιρείας, ενώ η δεύτερη ασκούσε συστηματικά κριτική προς την εταιρεία όσον αφορά σε αποφάσεις και πολιτικές αυτής, οι οποίες (κριτικές), απέβλεπαν στην προστασία των συμφερόντων της εταιρείας (`Αρειος Πάγος 1115/2013).

• Καταγγελία σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου σε επιχείρηση στην οποία υπάρχει πειθαρχικός κανονισμός. Η κίνηση, η εκκρεμότητα και το αποτέλεσμα της πειθαρχικής διαδικασίας δεν επηρεάζουν το δικαίωμα του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο, ενώ δεν αποκλείεται η καταγγελία να γίνει και χωρίς προσφυγή στην πειθαρχική διαδικασία. Υφίστατο σπουδαίος λόγος καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος υπαλλήλου Τραπέζης, ο οποίος ενήργησε αντισυμβατικώς, εκμεταλλευόμενος τη θέση του και τη πρόσβασή του στα πληροφοριακά συστήματα, διενεργώντας βοηθητικές συναλλαγές αναζητήσεως προσωπικών στοιχείων και λογαριασμών επ΄ ονόματι της διευθύντριας του καταστήματος και πελατών της τράπεζας. Το γεγονός ότι ο ενάγων, καθ΄ όλη την υπηρεσία του έως την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, υπήρξε ευδόκιμος υπάλληλος, υπηρετώντας σε υπεύθυνες θέσεις, δεν δημιουργεί υποχρέωση της εναγόμενης να τον διατηρήσει στην υπηρεσία της με τη λήψη εναντίον του κάποιου ηπιότερου μέτρου και δη την επιβολή κάποιας προβλεπόμενης από τον οργανισμό πειθαρχικής ποινής (`Αρειος Πάγος 284/2018).

• Καταγγελία σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου από τον εργοδότη. Η αδικαιολόγητη απουσία εργαζομένου πολλές ημέρες για την κηδεία της πεθεράς του, περισσότερες από αυτές που απουσίαζε η κουνιάδα του, συνιστά σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου από τον εργοδότη (Εφετείο Δωδεκανήσου172/2013).

• Καταγγελία σύμβασης εργασίας για σπουδαίο λόγο. Ισχύς πειθαρχικού Κανονισμού για το προσωπικό επιχειρήσεως. Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης δεν υποχρεούται να επιλέξει αντί της έκτακτης καταγγελίας την επιβολή πειθαρχικής ποινής, η προσφυγή, όμως, του εργοδότη στην έκτακτη καταγγελία ελέγχεται κατά το άρθρο 281 του Αστικού Κώδικα από το δικαστήριο, εξετάζεται δηλαδή αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού. Δεν είναι καταχρηστική, υπό την ανωτέρω έννοια, η απόλυση υπαλλήλου τραπέζης, η πλημμελής συμπεριφορά του οποίου είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία πολυεπίπεδης παροχής συνθηκών διευκόλυνσης σε συγκεκριμένα στελέχη του καταστήματος, προκειμένου αυτά να διαπράξουν σε βάρος της εναγόμενης την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης ενός πολύ μεγάλου ποσού, με κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνη, αφού μια τέτοια συμπεριφορά, ακόμα κι αν οφείλεται σε αμέλεια, κλονίζει ισχυρά την εμπιστοσύνη, την οποία ένας τραπεζικός υπάλληλος πρέπει να εμπνέει στην τράπεζα, στην οποία υπηρετεί (`Αρειος Πάγος 731/2018).

Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα από άρθρο του κ. Πέτρου Ραπανάκη, με τίτλο «Σπουδαίος λόγος καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου σε αντιδιαστολή με βάσιμο λόγο απόλυσης» που δημοσιεύθηκε στο τεύχος Σεπτεμβρίου 2019 του περιοδικού Epsilon7.




comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Καταγγελία Σύμβασης, Βάσιμος λόγος καταγγελίας