25/10/19 | Αρχική > Αρθρογραφία > Ο Αιρετικός

Πατρίδα

Λοιπόν, αγρίεψε ο κόσμος σαν καζάνι που βράζει

σαν το αίμα που στάζει, σαν ιδρώτας θολoς

Πoτε πoτε γελάμε, πoτε κάνουμε χάζι

και στα γέλια μας μοιάζει να γλυκαίνει ο καιρός

Μα όταν κοιτάζω τις νύχτες τις ειδήσεις να τρέχουν

ξέρω ότι δεν έχουν νέα για να μου πουν

Ήμουν εγώ στη φωτιά, ήμουν εγώ η φωτιά

είδα το τέλος με τα μάτια ανοικτά

Είδα τον πόλεμο φάτσα, τη φυλή και τη ράτσα

προδομένη από μέσα, απ' τους πιο πατριώτες

Να χουν τη μάνα μου αιχμάλωτη με τ' όπλο στο στόμα

Τα παιδιά τους στολίζουν σήμερα τη Βουλή

Κάτω από ένα τραπέζι, το θυμάμαι σαν τώρα

με μια κούπα σταφύλι στου βομβαρδισμού την ώρα

είδα αλεξίπτωτα χίλια στον ουρανό σαν λεκέδες

Μου μιλούσε ο πατέρας μου να μη φοβηθώ

Κοίταξε τι ωραία που πέφτουν!

Τι ωραία που πέφτουν...

Είδα γονείς ορφανούς, ο ένας παππούς απ’ τη Σμύρνη

στη Δράμα πρόσφυγας πήγε να βρει βουλγάρικη σφαίρα

κι ο άλλος Κύπριος φυγάς στο μαύρο τότε Λονδίνο

στα 27 του στα δύο τον κόψανε οι Ναζί.

Είδα μισή Λευκωσία, βουλιαγμένη Σερβία

στο Βελιγράδι ένα φάντασμα σ’ άδειο ξενοδοχείο

αμερικάνικες βόμβες και εγώ να κοιμάμαι

αύριο θα τραγουδάνε στης πλατείας τη γιορτή.

Είδα κομμάτια το κρέας μες στα μπάζα μιας πόλης

είδα τα χέρια, τα πόδια, πεταμένα στη γη.

Είδα να τρέχουν στο δρόμο με τα παιδιά τους στον ώμο

κι εγώ τουρίστας με βίντεο και φωτογραφική.

Εδώ στην άσχημη πόλη που απ’ την ανάγκη κρατιέται

ένας λαός ρημαγμένος μετάλλια ντόπα ζητάει Ολυμπιάδες

κι η χώρα ένα γραφείο τελετών.

Θα σου ζητήσω συγγνώμη που σε μεγάλωσα εδώ.

Τους είχα δει να γελάνε οι μπάτσοι

κι απ’ την Ομόνοια να πετάν’ δακρυγόνα στο πυροσβεστικό

στο παράθυρο εικόνισμα άνθρωποι σαν λαμπάδες

και τα κανάλια αλλού να γυρνούν το φακό.

Και είδα ξεριζωμένους να περνούν τη γραμμή

για μια πόρνη φτηνή ή για καζίνο και πούρα.

Έτσι κι αλλιώς μπερδεμένη η πίστη μας, η καημένη,

ο Σολωμός με Armani και την καρδιά ανοιχτή.

Δε θέλω ο εαυτός μου να `ναι τόπος δικός μου

ξέρω πως όλα αν μου μοιάζαν, θα `ταν αγέννητη η γη

δε με τρομάζει το τέρας ούτε κι ο άγγελός μου

ούτε το τέλος του κόσμου.

Με τρομάζεις εσύ.

Με τρομάζεις, ακόμα, οπαδέ της ομάδας

του κόμματος σκύλε, της οργάνωσης μάγκα

διερμηνέα Του Θεού, ρασοφόρε γκουρού

τσολιαδάκι φτιαγμένο, προσκοπάκι χαμένο

προσεύχεσαι και σκοτώνεις

τραυλίζεις ύμνους οργής

Έχεις πατρίδα το φόβο, γυρεύεις να βρεις γονείς

μισείς τον μέσα σου ξένο.

Κι όχι, δεν καταλαβαίνω

δεν ξέρω πού πατώ και πού πηγαίνω.

(Στίχοι και μουσική: Αλκίνοος Ιωαννίδης).

28η Οκτωβρίου και εθιμικά η στήλη ασχολείται και πάλι με την πατρίδα, ψάχνοντας σε έμμετρες περιγραφές άλλων να βρει το τι συμβαίνει τελικά στην πολύπαθη χώρα, στο πολύπαθο έθνος, επειδή η άποψη του ενός σίγουρα θα βρει υποστηρικτές, αλλά κυρίως φανατικά αντίθετους σε συγκεκριμένες απόψεις, όποιες και να είναι αυτές. Για την εφετινή λοιπόν επέτειο, μέσα από παρελάσεις, ποιος μαθητής θα σηκώσει την σημαία, ταρατατζούμ και εθνική υπερηφάνεια, διαλέξαμε ένα τραγούδι του Κύπριου αδελφού Αλκίνοου Ιωαννίδη, που μέσα από την πρόσφατη ιστορία, με τα δικά του μάτια και όχι μόνο, περιγράφει την εθνική μας ταυτότητα και τα «ψυχρά» γεγονότα, χωρίς να τα πασπαλίζει με όμορφη σκόνη και χωρίς να αφαιρεί τα σημεία της ιστορίας που ποτέ δεν θέλουμε να θυμόμαστε. Η επιλεκτική μνήμη που λειτουργεί τόσο σύντομα, σε καταστάσεις και γεγονότα που διημείφθησαν κάποιες λίγες δεκαετίες πριν και που η γενιά των εξηντάρηδων τα έζησε και έχουν μείνει βαθιά χαραγμένα μέσα στην ψυχή και στο μυαλό της ακόμα.

Πράγματι ο κόσμος αγρίεψε, αν ήταν ποτέ ήσυχος και μάλλον η τεχνολογία ήταν αυτή που άλλαξε τελείως την πολεμική μηχανή και την έφερε πιο σκληρή στο προσκήνιο. Μόνο που ο μαζικός θάνατος που σκορπάει ένας τεχνολογικός πόλεμος μοιάζει πιο πολύ με video game όσο και αν το μέγεθος της καταστροφής είναι τεράστιο. Μόνο που στην τηλεόραση φαντάζει σαν μια άλλη σειρά με υπερήρωες ηθοποιούς, μόνο που ο θάνατος εδώ είναι πραγματικός, αλλά δεν προσωποποιείται. Είναι μαζικός και το μαζικό φαίνεται ψεύτικο και δυστυχώς ελάχιστο μπροστά στον φονταμενταλιστή που εκτελεί το θύμα του on camera. Τελικά δεν μετράει το αποτέλεσμα, αλλά το θέαμα.

Ένα καζάνι που βράζει όπως λέει και ο Αλκίνοος, με λίγα διαστήματα ανάπαυλας, εκεί που ο άνθρωπος θα αναθαρρήσει και ένα χαμόγελο θα ανθίσει στα χείλη του θεωρώντας ότι πάει – τέλειωσε. Ευτυχώς υπάρχει και η αισιόδοξη πλευρά της ανθρώπινης φύσης. Μόνο που η αισιοδοξία έχει στενά πλαίσια, αφορά κάθε φορά συγκεκριμένο χρονοχώρο και δίπλα σου, αν και δεν το βλέπεις άμεσα, η δυστυχία του πολέμου ακουμπά τον γείτονα. Και η άσχημη αυτή εικόνα, ξυπνά δικές σου μνήμες, χωμένες βαθιά μέσα σου που όσο και αν θέλεις να ξεχάσεις, τελικά θα φύγουν μόνο μαζί σου, για πάντα.

«Είδα τον πόλεμο φάτσα, τη φυλή και τη ράτσα προδομένη από μέσα απ’ τους πιο πατριώτες…». Σε τούτη εδώ τη χώρα γεμίσαμε «πατριώτες» λες και οι άλλοι θέλουν το κακό τους / μας. Μόνο που όταν πια ακούς πατριώτης, δεν ξέρεις από που να φύγεις, επειδή ξέρεις ότι αυτοί είναι οι πρώτοι που θα σε δώσουν στεγνά για ένα τίποτα, για κάποιο μικρό κέρδος, ή απλώς και μόνο για να αποδείξουν στον ανύπαρκτο εαυτό τους ότι τελικά δεν αποτελούν ανθρώπινα απορρίμματα και το πέρασμά τους από αυτό τον μάταιο κόσμο κάπου θα γραφεί. Ο φόβος του «κυρίου τίποτα» πάντα θα ακολουθεί ένα σωρό χαμένων ψυχών, που μπλέκουν τις τηλεοπτικές ιστορίες με την πραγματικότητα και θα έκαναν τα πάντα για να ακούσει κάποιος τις ανυπέρβλητες ανοησίες που εκστομίζουν, πηγή ελλιπέστατης μόρφωσης, ανύπαρκτης συναισθηματικής νοημοσύνης, αυξημένου υπερ – εγώ και αιτία της διαρκούς απόρριψης.

Ξανά στον Αλκίνοο και στις άσχημες προσωπικές μνήμες που θα τον ακολουθούν για πάντα, με αλήθειες που κανείς ποτέ δεν θέλει να τις παραδεχθεί. Όταν οι «πατριώτες» δεν είναι τίποτε άλλο από απλοί δωσίλογοι, που θα εξαφανιστούν σε κάποια στιγμή έχοντας όμως λύσει μια για πάντα το οικονομικό τους πρόβλημα και αυτό των γενεών που τους ακολουθούν. Έτσι για τα παιδιά τους κάποιος κάτι θα ψελλίσει για τους γονείς τους, μόνο που ο χρόνος το έχει ξεθωριάσει. Και θα έρθει η τρίτη γενιά, χωρίς μνήμες και χωρίς ζωντανούς πια μάρτυρες και αυτή θα είναι η γενιά των «καθώς πρέπει», η γενιά της παλιάς ιστορικής οικογένειας, της άνω τάξης και φυσικά η γενιά που προμηνύεται να πάρει τα ηνία της εξουσίας και να μας οδηγήσει σε έναν νέο – φωτεινό κόσμο, έστω και αν αυτός δεν υπάρχει. Μόνο που ο Αλκίνοος και ο κάθε Αλκίνοος της Κύπρου, θυμάται το 1974 τα γεγονότα με τον πατέρα του να προσπαθεί να τον καθησυχάσει και να του κρύβει τον όλεθρο. Αν και τότε δεν ήταν video games δεν έπαυαν να φαίνονται στα μάτια των παιδιών σαν παιχνίδι, και τα αλεξίπτωτα, μαγευτικά σαν εικόνα, κανένα παιδί δεν καταλάβαινε πως φέρνανε θάνατο. «Κοίταξε τι ωραία που πέφτουν, τι ωραία που πέφτουν…».

Η αμετροέπεια ήταν πάντα το σήμα κατατεθέν του γένους. Μία χώρα για να έχει σημαίνοντα ρόλο στο διεθνές πολιτικό στερέωμα, χρειάζεται δύο πράγματα. Μέγεθος πληθυσμιακό και οικονομική ευρωστία. Η χώρα μας, πάντοτε απείχε κατά πολύ και από τα δύο. Η Κύπρος, είναι μια μικρή χώρα της Ευρώπης με περίπου οκτακόσιες χιλιάδες κατοίκους, Συνεπώς χρειαζόμαστε συμμάχους. Οι εθνικές κορώνες μάλλον κακό κάνουν και εκτός από το να δημιουργούν σε ελάχιστους εθνικές ουτοπίες, σίγουρα δεν ωφελούν κανένα. Συνεπώς η χώρα, το έθνος, θέλει συμμάχους πιστούς και τέτοιους θα πρέπει να μπορέσει να βρει. Σε αντίθετη περίπτωση… τόσο η Ελλάδα, όσο και η Κύπρος βίωσαν τον όλεθρο του πολέμου και συνεπώς γνωρίζουν.

Και μετά, για αυτούς που θα καταφέρουν να βγουν ζωντανοί, έρχεται η προσφυγιά. Η «Μόρια» και η κάθε Μόρια, δεν είναι απλώς εικόνες στην τηλεόραση και στο διαδίκτυο. Είναι πραγματικότητα, ανθρώπων καθημερινών σαν όλους εμάς, που ξαφνικά βρέθηκαν χωρίς τίποτα, με μια τέντα και αυτή αν υπάρχει από πάνω τους χειμώνα – καλοκαίρι. Το ίδιο που έγινε και σε εμάς στην Μικρασιατική καταστροφή, το ίδιο που έγινε και στους Κύπριους των κατεχόμενων, της Κυρήνειας και της Αμμοχώστου, το 74. Τι και αν ήταν κάποια παραπήγματα στην ενδοχώρα της Ελλάδας, τι και αν ήταν το Λονδίνο. Κανείς δεν καλοδέχτηκε κανένα και εκείνες οι γενιές, ήταν χαμένες γενιές.

Οι Έλληνες που πάντα πίστευαν και πάντα πιστεύουν στους εκάστοτε συμμάχους και κάνουν αλλοπρόσαλλους συνειρμούς, προσπαθώντας να συνενώσουν ασύνδετα σχήματα. «Αιώνιοι σύμμαχοι» ή όπως έτσι θέλαμε να νομίζουμε εμείς, ανέκρουσαν πρίμα και ο Θείος Sam που κατά καιρούς αγαπάει πολλά ανίψια του, ξεχνώντας τα υπόλοιπα. Έτσι πάντα καταλήγουμε σε γραφικότητες και όχι μόνο εμείς. Φωτογραφία στο Βελιγράδι με τα ερείπια από Αμερικάνικο βομβαρδισμό και ξενάγηση στην κατεχόμενη Κύπρο, αφού περάσουμε από τον πεζόδρομο τους οδού Λύδρας, ψωνίσουμε στα Marks and Spencer του δρόμου, γίνει ο υποτιθέμενος έλεγχος στα check Points, λέμε τώρα, και μετά αγοράσουμε λουκούμια (Turkish Delight) από τα κατεχόμενα. Άντε να πείσεις τον τρίτο πως αυτή η Λευκωσία είναι η τελευταία διηρημένη Πρωτεύουσα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όχι ένα μεγάλο τσίρκο στο οποίο συμβιώνουν δυό κόσμοι. Επειδή, λίγο πιο εκεί μπορείς να δεις και τα «φυλακισμένα μνήματα» με όλους τους χώρους όπου μαρτύρησαν από τους Άγγλους «συμμάχους» ο Καραολής και ο Δημητρίου (είναι δύο, δεν είναι όνομα και επίθετο, ούτε δρόμος στη Θεσσαλονίκη), με Βρετανούς τουρίστες να βγάζουν selfies. «Είδα να τρέχουν στο δρόμο με τα παιδιά τους στον ώμο κι εγώ τουρίστας με βίντεο και φωτογραφική…».

Και στο σήμερα, λίγο πριν – λίγο μετά, στις άσχημες πόλεις μας όπου καθένας από κάπου ψάχνει να κρατηθεί και κάνουμε Ολυμπιάδες για να αποδείξουμε πως δεν είμαστε «πατάτες» και πως αξία δεν είχε μόνο η ρίζα μας, η αρχαία Ελλάδα, αλλά και εμείς εδώ κάτι κάνουμε. Και μετά φυσικά πληρώνουμε, επειδή να πάει και να φάει κάποιος στο Four Seasons είναι εύκολο, να πληρώσει είναι δύσκολο. «Έτσι κι αλλιώς μπερδεμένη η πίστη μας, η καημένη, ο Σολωμός με Armani και την καρδιά ανοιχτή…».

Με τρομάζεις, ακόμα, οπαδέ της ομάδας του κόμματος σκύλε, της οργάνωσης μάγκα διερμηνέα Του Θεού, ρασοφόρε γκουρού τσολιαδάκι φτιαγμένο, προσκοπάκι χαμένο προσεύχεσαι και σκοτώνεις τραυλίζεις ύμνους οργής Έχεις πατρίδα το φόβο, γυρεύεις να βρεις γονείς μισείς τον μέσα σου ξένο.

Κάπως έτσι θέλουμε να τελειώσει το εφετινό επετειακό κείμενο, αν και θα καθίσουμε και φέτος μπροστά στην τηλεόραση για να δούμε τη μεγάλη στρατιωτική παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου εκεί στη Νέα Παραλία στη Θεσσαλονίκη, με την εξέδρα των επισήμων κάτω από το Γερμανικό Προξενείο, ίσως σημειολογικά. Εκεί θα είναι και οι Πρέσβεις των άλλων χωρών, καθένας με το ειδικό του βάρος δηλαδή της χώρας τους, δεν ξέρω αν θα είναι και ο «σωτήρας» της οικονομίας μας μαζί με αυτούς, κ. Poul Thomsen. Και θα αισθανθούμε για μια ακόμα φορά εθνικά υπερήφανοι, αν και χρόνια τώρα δεν ξέρω αν αισθανόμαστε εθνικά ασφαλείς. Γιατί, όπως λέει και ο Διονύσης «Κι όχι, δεν καταλαβαίνω, δεν ξέρω πού πατώ και πού πηγαίνω…». Να είστε πάντα εθνικά υπερήφανοι.



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Χώρες > Κύπρος