24/09/19 | Αρχική > Αρθρογραφία > Εργατολόγος

Τα 'παράθυρα' των κλαδικών για τους εργοδότες

Από τέσσερις οδούς έρχονται οι εξαιρέσεις από τις εθνικές κλαδικές και ομοιοεπαγγελματικές συμβάσεις με το αναπτυξιακό πολυνομοσχέδιο.

Το “παράθυρο” των εξαιρέσεων δεν ανοίγει μόνο μέσω της κατάρτισης των συμβάσεων από τους κοινωνικούς εταίρους, αλλά διατηρείται ανοικτό και μετά από την υπογραφή μιας κλαδικής συμφωνίας, στις διαδικασίες της συρροής και της επέκτασης. Με τα άρθρα 49, 51 και 52 του αναπτυξιακού πολυνομοσχεδίου διαμορφώνονται πολλαπλά επίπεδα δυνατών εξαιρέσεων, τα οποία μπορούν να καταλαμβάνουν διαφορετικές επιχειρήσεις. Με τον μηχανισμό που διαμορφώνεται, επιχειρήσεις οι οποίες ανήκουν σε κλάδους με εθνικές κλαδικές σε ισχύ, έχουν τη δυνατότητα να παρεκκλίνουν σε “ατομικό” επίπεδο, ακόμη κι αν στην κλαδική τους την οποία έχουν προσυπογράψει οι κοινωνικοί εταίροι δεν προβλέπονται εξαιρέσεις.

Αναλυτικά τα πεδία εξαιρέσεων έχουν ως εξής :

  1. Το πρώτο επίπεδο εξαίρεσης εισάγεται στην διαδικασία υπογραφής μιας εθνικής ή τοπικής κλαδικής εντός της οποίας μπορούν πλέον οι κοινωνικοί εταίροι να συμφωνούν ειδικούς όρους και εξαιρέσεις για ειδικής κατηγορίας επιχειρήσεις. Σύμφωνα με την προτεινόμενη διάταξη του άρθρου 49 του αναπτυξιακού πολυνομοσχεδίου προστίθεται μια νέα παράγραφος 8 στο άρθρο 3 του νόμου 1876 του 1990, ο οποίος αφορά τις ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις. Ειδικότερα το άρθρο 3 είναι εκείνο που ρυθμίζει τα είδη των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και αποδίδει αρμοδιότητα σύναψής τους. Σε αυτό το άρθρο προστίθεται μια νέα παράγραφος 8 η οποία αναφέρει πως : “οι εθνικές και τοπικές ομοιοεπαγγελματικές και κλαδικές συλλογικές συμβάσεις είναι δυνατόν να θεσπίζουν ειδικούς όρους ή να εξαιρούν από την εφαρμογή συγκεκριμένων όρων τους εργαζομένους που απασχολούνται σε ειδικής κατηγορίας επιχειρήσεις όπως επιχειρήσεις κοινωνικής οικονομίας, νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού σκοπού και επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα, όπως κατ’ εξοχήν επιχειρήσεις σε καθεστώς προπτωευτικής ή παραπτωχευτικής ή πτωχευτικής διαδικασίας ή συνδιαλλαγής ή εξωδικαστικού συμβιβασμού ή εξυγίανσης. Με απόφαση του υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, εξειδικεύονται τα κριτήρια για τις επιχειρήσεις που εξαιρούνται και καθορίζονται οι κατηγορίες όρων των συλλογικών συμβάσεων που εξαιρούνται για τις επιχειρήσεις αυτές και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσης διάταξης”. Συνεπώς, προβλέπεται πλέον ρητά η δυνατότητα των κοινωνικών εταίρων να θεσπίσουν στο πλαίσιο ομοιοεπαγγελματικών και κλαδικών συμβάσεων εργασίας, ειδικούς όρους ή εξαιρέσεις για ορισμένες επιχειρήσεις, όπως οι επιχειρήσεις κοινωνικής οικονομίας, νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού σκοπού και επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Αναφέρεται μάλιστα ότι με υπουργική απόφαση θα εξειδικεύονται τα κριτήρια, καθώς και οι κατηγορίες όρων από τις οποίες αυτές δύνανται οι επιχειρήσεις να εξαιρεθούν. Με το εξουσιοδοτικό εδάφιο για την υπουργική απόφαση δίνεται επί της ουσίας ευρεία δυνατότητα επέμβασης του υπουργείου στις συλλογικές διαπραγματεύσεις. Πάντως, παρόμοιου περιεχομένου ρυθμίσεις συναντάμε και στο δίκαιο άλλων ευρωπαϊκών χωρών, όπως επί παραδείγματι της Γερμανίας και της Γαλλίας.
  2. Το δεύτερο επίπεδο εξαίρεσης εισάγεται στο δίκαιο της συρροής με το προτεινόμενο άρθρο 51 του αναπτυξιακού πολυνομοσχεδίου. Η προτεινόμενη διάταξη επεμβαίνει στο άρθρο 10 του νόμου 1876 του 1990, ο οποίος αφορά τις ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις. Το άρθρο 10 ρυθμίσει την συρροή, δηλαδή ποια ρύθμιση υπερισχύει όταν συρρέουν στον ίδιο εργαζόμενο περισσότερες από μια ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας (κλαδικές, ομοιεπαγγελματικές, επιχειρησιακές κλπ). Η σύγκριση και η επιλογή των διατάξεων γίνεται στις ενότητες: α) ενότητα αποδοχών, β) λοιπά θέματα. Η σημερινή ισχύουσα διάταξη αναφέρει πως “κλαδική ή επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας υπερισχύει σε περίπτωση συρροής με ομοιοεπαγγελματική συλλογική σύμβαση εργασίας”. Επίσης το 2017 με τους νόμους 4472 και 4475 διευκρινίστηκε πως “έως το τέλος του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής η επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας υπερισχύει σε περίπτωση Συρροής με κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας και πάντως δεν επιτρέπεται να περιέχει όρους εργασίας δυσμενέστερους για τους εργαζόμενους από τους όρους εργασίας εθνικών συλλογικών συμβάσεων”. Η προηγούμενη αντίστοιχη ρύθμιση του 2011 ανέφερε πως “όσο διαρκεί η “εφαρμογή του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής η επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας υπερισχύει σε περίπτωση Συρροής με κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας”. Πλέον η επίμαχη παράγραφος αναδιατυπώνεται εξολοκλήρου (το Πρόγραμμα Οικονομικής Προσαρμογής άλλωστε έληξε τον Αύγουστο του 2018) και διαμορφώνεται ως εξής : “Κλαδική ή επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας υπερισχύει σε περίπτωση συρροής με ομοιοεπαγγελματική συλλογική σύμβαση εργασίας”. Ο πρώτος στίχος δηλαδή παραμένει ως έχει και προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής : “Κατ’ εξαίρεση στις περιπτώσεις επιχειρήσεων, που αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα και βρίσκονται σε καθεστώς προπτωχευτικής ή παραπτωχευτικής ή πτωχευτικής διαδικασίας ή συνδιαλλαγής ή εξωδικαστικού συμβιβασμού ή οικονομικής εξυγίανσης, η επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας υπερισχύει της κλαδικής, εφόσον στην κλαδική δεν προβλέπονται εξαιρέσεις από την εφαρμογή όρων της σύμφωνα με την παράγραφο 8 του άρθρου 3 του Ν1876/1990. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, μετά από γνώμη της Ολομέλειας του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, εξειδικεύονται οι περιπτώσεις των επιχειρήσεων που εξαιρούνται και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσης διάταξης”. Επανέρχεται, συνεπώς, στο προσκήνιο ο θεσμός των επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων. Ειδικότερα, προβλέπεται εξαίρεση από την αρχή της εύνοιας, σε περίπτωση επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Στην περίπτωση των επιχειρήσεων αυτών η επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση θα υπερισχύει έναντι της κλαδικής ή ομοιοεπαγγελματικής ακόμη κι αν στην επίμαχη κλαδική δεν προβλέπονται εξαιρέσεις. Ζήτημα τίθεται σχετικά με το ποιος θα είναι αρμόδιος να κρίνει αν μία επιχείρηση υπάγεται ή μη στην εν λόγω εξαίρεση. Τούτο διότι, ναι μεν θα προβλέπονται βάσει υπουργικής απόφασης συγκεκριμένα κριτήρια, ουδέν όμως αναφέρεται για το ποιος θα είναι αρμόδιος να προβεί στην εν λόγω υπαγωγή.
  3. Το τρίτο επίπεδο εξαίρεσης εισάγεται με την προσθήκη νέας παραγράφου στο άρθρο 10 του νόμου 1876 του 1990, που ρυθμίζει την συρροή στις ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις (άρθρο 51 του αναπτυξιακού πολυνομοσχεδίου). Η νέα παράγραφος αναφέρει πως “η εθνική κλαδική ή ομοιοεπαγγελματική συλλογική σύμβαση δεν υπερισχύει αντίστοιχης τοπικής”. Με την νομοθετική αυτή μέριμνα, εισάγεται το δικαίωμα μιας τοπικής κλαδικής να παρεκκλίνει επί τα χείρω από μια εθνική κλαδική ή ομοιεπαγγελματική. Η τοπική πλέον θα υπερισχύει της εθνικής κλαδικής ανεξάρτητα του τι προβλέπει. Η αρχή της εύνοιας, παραχωρεί τη θέση της στην αρχή της ειδικότητας και στην περίπτωση που υπάρχει συρροή εθνικής κλαδικής ή ομοιοεπαγγελματικής συλλογικής σύμβασης με αντίστοιχη τοπική.
  4. Το τέταρτο επίπεδο εξαίρεσης εισάγεται με το άρθρο 52 του αναπτυξιακού πολυνομοσχεδίου το οποίο επεμβαίνει στο άρθρο 11 του νόμου 1876 του 1990, που αφορά στην προσχώρηση και επέκταση εφαρμογής της ΣΣΕ. Το τελευταίο επίπεδο εξαίρεσης αφορά επιχειρήσεις που δεν δεσμεύονται από την υπογραφή μιας κλαδικής εθνικής ή τοπικής, αλλά θα δεσμευτούν από την υποχρεωτική εφαρμογή της σε εθνικό επίπεδο λόγω της επέκτασης ισχύος της με υπουργική απόφαση. Με την προτεινόμενη διάταξη αλλάζει κατ αρχήν η διαδικασία για την επέκταση μιας σύμβασης, καθώς πλέον προβλέπεται πως : “για την επέκταση συλλογικής σύμβασης εργασίας ή διαιτητικής απόφασης απαιτείται: α) αίτηση που υποβάλλεται από οποιοδήποτε από τους δεσμευόμενους από αυτή προς τον υπουργό Εργασίας, β) τεκμηρίωση των επιπτώσεων της επέκτασης στην ανταγωνιστικότητα και την απασχόληση και κοινοποίηση αυτής στο Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας. Το Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας γνωμοδοτεί αιτιολογημένα προς τον υπουργό Εργασίας λαμβάνοντας υπόψη:
    α) την αίτηση για επέκταση,
    β) την τεκμηριωμένη βεβαίωση της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου ότι, η συλλογική ρύθμιση δεσμεύει ήδη εργοδότες, που απασχολούν ποσοστό μεγαλύτερο του 50% των εργαζομένων του κλάδου ή του επαγγέλματος και
    γ) το πόρισμα διαβούλευσης των δεσμευομένων μερών, ενώπιον του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, για την αναγκαιότητα της επέκτασης και τις επιπτώσεις της στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, τη λειτουργία του ανταγωνισμού και την απασχόληση”. Η ισχύουσα σήμερα διάταξη προβλέπει πως “με απόφασή του, που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας, ο υπουργός Εργασίας μπορεί να επεκτείνει και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική για όλους τους εργαζόμενους του κλάδου ή επαγγέλματος, συλλογική σύμβαση εργασίας, η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος. Την επέκταση μπορεί να ζητήσει και αρμόδια συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων ή των εργοδοτών με αίτηση της, που υποβάλλει στον υπουργό Εργασίας. Η επέκταση ισχύει από την ημερομηνία της δημοσίευσης της απόφασης του υπουργού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως”. Συνεπώς, η δυνατότητα επέκτασης των συλλογικών συμβάσεων καθίσταται ιδιαιτέρως δυσχερής. Προκειμένου να κηρυχθεί μία κλαδική συλλογική σύμβαση ως γενικώς υποχρεωτική απαιτείται εκτός από αίτηση του συνδικάτου προς τον υπουργό και τεκμηρίωση των επιπτώσεων της επέκτασης στην ανταγωνιστικότητα και την απασχόληση και κοινοποίηση αυτής στο ΑΣΕ. Ακολούθως το ΑΣΕ γνωμοδοτεί αιτιολογημένα προς τον υπουργό, λαμβάνοντας υπόψη την τεκμηριωμένη βεβαίωση της αρμόδιας υπηρεσίας ότι η συλλογική ρύθμιση δεσμεύει ήδη εργοδότες, που απασχολούν ποσοστό μεγαλύτερο του 50% των εργαζομένων του κλάδου ή του επαγγέλματος αλλά και το πόρισμα διαβούλευσης των δεσμευομένων μερών, ενώπιον του ΑΣΕ, για την αναγκαιότητα της επέκτασης και τις επιπτώσεις της στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, τη λειτουργία του ανταγωνισμού και την απασχόληση. Στο ίδιο άρθρο προστίθεται νέα παράγραφος που αναφέρει πως : “επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα και βρίσκονται σε καθεστώς προπτωχευτικής ή παραπτωευτικής ή πτωχευτικής διαδικασίας ή συνδιαλλαγής ή εξωδικαστικού συμβιβασμού ή οικονομικής εξυγίανσης, ανεξαρτήτως εάν στην επεκτεινόμενη συλλογική ρύθμιση προβλέπονται εξαιρέσεις από την εφαρμογή όρων για εργαζόμενους σε επιχειρήσεις (σύμφωνα με το νέο άρθρο που προστίθεται τώρα), μπορούν να εξαιρούνται από το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 παρούσης διάταξης (δηλαδή από την επέκταση και κήρυξη ως γενικώς υποχρεωτική), μετά από αιτιολογημένη γνώμη του ΑΣΕ, ως προς όρους ή ως προς το σύνολο της συλλογικής σύμβασης εργασίας ή διαιτητικής απόφασης, που κηρύσσεται υποχρεωτική. Η επέκταση ισχύει από την ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης του υπουργού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και η ισχύς της λήγει τρεις μήνες μετά την πάροδο ισχύος της συλλογικής ρύθμισης. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, μετά από γνώμη της Ολομέλειας του ΑΣΕ, είναι δυνατό να εξειδικεύονται οι περιπτώσεις των επιχειρήσεων που εξαιρούνται”.


Δείτε περισσότερα στο www.dikigorosergatologos.gr



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Κλαδικές Συμβάσεις, Τοπική ομοιοεπαγγελματική