24/05/19 | Αρχική > Αρθρογραφία > Εργατικά και Πρακτικά

Αποχώρηση μισθωτών που έχουν συμπληρώσει 15ετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, με κοινή συναίνεση

1. Προϋποθέσεις για να δικαιούνται οι μισθωτοί του ημίσεως της αποζημιώσεως απολύσεως ποσού, του πρώτου εδαφίου του άρθρου 8 του Ν.3198/1955

Με τη διάταξη του πρώτου εδαφίου του άρθρου 8 του Ν.3198/1955 , θεσπίσθηκε η προαιρετική - συναινετική έξοδος των μισθωτών από την επιχείρηση, εκμετάλλευση, κ.λπ..

Ειδικότερα, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, μισθωτοί που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, με την έννοια του άρθρο 6 παρ. 1 του Ν.2112/1920ή του Β.Δ. της 18/18-7-1920 ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας και, αν δεν προβλέπεται αυτό, το 65ο έτος της ηλικίας τους, αποχωρώντας από την εργασία τους με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το Ν.2112/1920 ή το ανωτέρω Β.Δ. αποζημίωσης, για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας.

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση της ανωτέρω διάταξης, με το άρθρο 8 προβλέπεται η καταβολή του 50% της υπό του νόμου 2112/1920 οριζόμενης αποζημίωσης για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, όσον αφορά τους αποχωρούντες της εργασίας με τη δική τους βούληση και με τη συγκατάθεση του εργοδότη. Πρόκειται, συνεπώς, για αποχώρηση του μισθωτού κατόπιν συμφωνίας, μετά του εργοδότου. Δεν γίνεται εν προκειμένω λόγος για μονομερή, εκ μέρους του μισθωτού, καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, αλλά για αμοιβαία μεταξύ αυτού και του εργοδότη συμφωνία περί λύσεως αυτής (λύση της εργασιακής συμβάσεως «κοινή συναινέσει»). Έτσι με τη διάταξη αυτή θεσμοθετείται και είναι σύμφωνη με τη διάταξη του άρθρου 8 του Ν.2112/1920, όπως η τελευταία αυθεντικά ερμηνεύθηκε με το άρθρο 11 του ΑΝ 547/37 , η νομική δυνατότητα εργοδότης και μισθωτός, όταν συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις, να συνάπτουν έγκυρα συμφωνία μεταξύ τους, με την οποία ο μισθωτός μπορεί να αποχωρήσει από την εργασία του, λαμβάνοντας τη μισή αποζημίωση του Ν.2112/1920 ή του ΒΔ της 16/18-7-1920. Τη συμφωνία αυτή μπορεί και τα δυο μέρη να επιδιώκουν, ειδικότερα ο εργοδότης μέσω αυτής μπορεί να αποσκοπεί, για λειτουργικές και οργανωτικές ανάγκες και για λόγους αποσυμφόρησης της επιχείρησης του, στη διευκόλυνση της αποχώρησης των μισθωτών του (κυρίως του παλιού και χωρίς συνήθως κίνητρα απόδοσης προσωπικού του) και την εντεύθεν δημιουργία κενών θέσεων για την πρόσληψη νέου και πλέον αποδοτικού προσωπικού.

Από την παραπάνω διάταξη συνάγεται ότι, σε περίπτωση οικειοθελούς αποχωρήσεως του μισθωτού από την εργασία του, οι προϋποθέσεις για να δικαιούται του ημίσεως της αποζημιώσεως απολύσεως, ποσού είναι οι εξής:

α) Οι μισθωτοί να συνδέονται μετά του εργοδότου τους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

β) Εφαρμόζεται γενικώς επί όλων των μισθωτών των συνδεομένων μετά του εργοδότου τους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, αδιαφόρως της ιδιότητος αυτών ως υπαλλήλων, εργατοτεχνιτών ή υπηρετών αφού ουδεμία μνεία γίνεται περί της ιδιότητος αυτών.

γ) Προϋποθέτει να έχει συμπληρώσει ο μισθωτός ή δεκαπενταετή (15ετή) υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, από τον οποίο και αποχωρεί, ή το υπό του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού προβλεπόμενο όριο ηλικίας ή το 65ο έτος της ηλικίας του, αν δεν προβλέπεται τέτοιο όριο στον ασφαλιστικό οργανισμό.

δ) Αρκεί μια από τις προϋποθέσεις αυτές δηλαδή 15 έτη υπηρεσίας, ή όριο ηλικίας, ή το 65ο έτος και δεν είναι ανάγκη να συνυπάρχουν όλες και

ε) Προϋποθέτει οικειοθελή αποχώρηση (όχι απόλυση του μισθωτού) η οποία (αποχώρηση) πρέπει να γίνεται με τη συγκατάθεση του εργοδότη. Απαιτεί δηλαδή αποχώρηση του μισθωτού, του πληρούντος τις προϋποθέσεις, κατόπιν συμφωνίας μετά του εργοδότου που να προβλέπει την αποχώρηση από την εργασία του και την καταβολή της μισής αποζημιώσεως όπως αυτή ορίζεται στη σχετική ρύθμιση ( `Αρειος Πάγος 351/1964 - Μ.Π.Π. 489/1974).

Ειδικότερα με τη διάταξη αυτή δεν είναι απαραίτητο να τίθεται ο μισθωτός εκτός της παραγωγικής διαδικασίας. Επομένως είναι χωρίς σημασία εν προκειμένω το γεγονός ότι ο μισθωτός προτίθεται να προσληφθεί και να προσφέρει τις υπηρεσίες του, μετά την αποχώρησή του, σε άλλους εργοδότες (Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης 14366/1995).

Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής του πρώτου εδαφίου του άρθρου 8 του Ν.3198/1955, δεν απαιτείται η συμπλήρωση των προϋποθέσεων για λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, μια και ο νομοθέτης δεν αξιώνει την συνδρομή του στοιχείου αυτού.

2. Το πλαίσιο συγκατάθεσης εργοδότη για την αποχώρηση μισθωτού

Η συγκεκριμένη διάταξη προϋποθέτει, εκτός άλλων, και τη συγκατάθεση του εργοδότη για την αποχώρηση του μισθωτού. Αναφορικά με την απαιτούμενη συγκατάθεση του εργοδότου, που αποτελεί όρο για τη νομιμότητα της σχετικής συμφωνίας, η συγκατάθεση του εργοδότη πρέπει να χορηγείται πριν από την αποχώρηση του μισθωτού και μπορεί να είναι έγγραφη, προφορική, ρητή ή και σιωπηρή αρκεί στην τελευταία αυτή περίπτωση να είναι σαφής και αναμφίβολη (`Αρειος Πάγος 372/1982, Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας 35/1984). Η παροχή ή η άρνηση παροχής της συναίνεσης του εργοδότη προς αποχώρηση του μισθωτού στα πλαίσια της διατάξεως του πρώτου εδαφίου του άρθρου 8 του Ν.3198/1955 εξαρτάται από τη βούληση του εργοδότη (Έγγραφο Υπουργείου Εργασίας 1004/5-1-1996).

Συνεπώς, βασική προϋπόθεση είναι η συγκατάθεση του εργοδότη στην αποχώρηση του μισθωτού από την εργασία του, η οποία πρέπει να παρέχεται πριν από την αποχώρηση του μισθωτού και δύναται να είναι κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, έγγραφη ή προφορική, ρητή ή σιωπηρή, δηλαδή συναγόμενη εμμέσως από την συμπεριφορά του εργοδότη, αρκεί να είναι σαφής και αναμφίβολη, όπως συμβαίνει όταν αυτός δεν εναντιώνεται στην αποχώρηση του μισθωτού και αντιθέτως του παρέχει τις ζητηθείσες βεβαιώσεις για την συνταξιοδότησή του.

Διευκρινίζεται ότι δεν θεωρείται ρητή και έγγραφη συναίνεση του εργοδότη, η συνυπογραφή του εγγράφου της οικειοθελούς αποχώρησης του εργαζομένου και η διαβίβαση του στον Ο.Α.Ε.Δ., δεδομένου ότι η συναίνεση του εργοδότη, η οποία συνιστά συμφωνία, πρέπει να χορηγηθεί, έστω και σιωπηρά, πριν από και όχι ταυτόχρονα με την αποχώρηση του μισθωτού (`Αρειος Πάγος 2058/2014). Πιο συγκεκριμένα, το έγγραφο που υπογράφει ο εργοδότης και απευθύνει στον Ο.Α.Ε.Δ. (περί αναγγελίας οικειοθελούς αποχωρήσεως) δεν συνιστά ρητή έγγραφη συγκατάθεσή στην αποχώρηση του μισθωτού (`Αρειος Πάγος 426/2016).

Αποτελεί πάντως σιωπηρή παροχή συγκαταθέσεως η μη απάντηση του εργοδότου σε επιστολή με την οποία ο μισθωτός γνωστοποιούσε και γραπτώς την προφορική παραίτησή του, η οποία είχε γίνει ήδη αποδεκτή από τον εργοδότη (`Αρειος Πάγος 1699/1998).

Εξάλλου, η τυχόν άρνηση του εργοδότη να συγκατατεθεί στην αποχώρηση του μισθωτού, κατά την ανωτέρω διάταξη, συνιστά θετική πράξη ασκήσεως δικαιώματος, ήτοι εναντίωση στην επιδιωκόμενη από το μισθωτό αποζημίωση και υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του Α.Κ., κατά το οποίο η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται όταν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Δηλαδή, ανάλογα με τα πραγματικά περιστατικά είναι δυνατόν τυχόν άρνηση του εργοδότη να συγκατατεθεί στην αποχώρηση του μισθωτού να θεωρηθεί ως καταχρηστική.

3. Συγκατάθεση του εργοδότη εκ των προτέρων με ρύθμιση του κανονισμού εργασίας

Η απαιτούμενη από το νόμο συγκατάθεση του εργοδότη στη λύση της σύμβασης εργασίας μπορεί να προβλεφθεί και να παρασχεθεί εκ των προτέρων με ρύθμιση του κανονισμού εργασίας. Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης αυτοδεσμεύεται συμβατικά με την κατάρτιση του κανονισμού εργασίας, παρέχοντας εκ των προτέρων τη συγκατάθεσή του στην παραίτηση του υπαλλήλου (Εφετείο Θεσσαλονίκης 138/2015).

Η συγκατάθεση αυτή του α΄ εδαφίου του άρθρου 8 μπορεί να προβλεφθεί και να παρασχεθεί εκ των προτέρων με τον Κανονισμό εργασίας, οπότε θεωρείται ότι παρέχεται εκ των προτέρων από τον εργοδότη για την παραίτηση του υπαλλήλου, οποτεδήποτε υποβληθεί (Μον. Πρωτοδικείο Χαλκιδικής 6/2016).

Η απαιτούμενη από το νόμο συγκατάθεση του εργοδότη στη λύση της σύμβασης εργασίας μπορεί να προβλεφθεί και να παρασχεθεί εκ των προτέρων με ρύθμιση του κανονισμού εργασίας. Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης αυτοδεσμεύεται συμβατικά με την κατάρτιση του κανονισμού εργασίας, παρέχοντας εκ των προτέρων τη συγκατάθεση του στην παραίτηση του υπαλλήλου (Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης 138/2015).

Είναι δυνατόν με τον κανονισμό εργασίας του εργοδότη να προβλέπεται ότι ο μισθωτός μπορεί να παραιτηθεί αποχωρώντας οικειοθελώς (εθελούσια έξοδος) και να αξιώσει την ως άνω αποζημίωση αποχώρησης και πριν την συμπλήρωση του ορίου συνταξιοδότησης με την συγκατάθεση του εργοδότη (`Αρειος Πάγος 1264/2009).

Επεξηγηματικά αναφέρεται ότι η εφαρμογή του α΄ εδαφίου του άρθρου 8 του Ν.3198/1955, προϋποθέτει ρητώς μισθωτούς που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και δεν επεκτείνεται και σε εκείνους που η εργασιακή τους σχέση είναι ορισμένου χρόνου, όπως είναι και η σύμβαση των εργαζομένων που έχουν προσχωρήσει σε κανονισμό του εργοδότη, με τον οποίο προβλέπεται η αποχώρηση από την εργασία με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας. Στην περίπτωση, όμως, που με τον κανονισμό έχει παράλληλα προβλεφθεί δυνατότητα πρόωρης λύσης της σύμβασης, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, εφόσον δε αυτή πληρωθεί, η σύμβαση εργασίας μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου (Ολομέλεια Αρείου Πάγου 1110/1986).

Διευκρινίζεται πάντως ότι, με τη διάταξη του άρθρου 5 της Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου υπ΄ αριθ. 6/28-2-2012, που εκδόθηκε κατ΄ εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν.4046/2012 , όλες οι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μισθωτών, οι οποίες διέπονταν από κανονισμό λειτουργίας της επιχείρησης που περιείχαν όρο περί αυτοδίκαιης αποχώρησης του μισθωτού με τη συμπλήρωση ορισμένου ορίου ηλικίας και ως εκ τούτου έφεραν τον χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, κατέστησαν από 14 Φεβρουαρίου 2012, αορίστου χρόνου κατά νομοθετικό ορισμό, επί των οποίων, όσον αφορά τη καταγγελία αυτών, εφαρμόζονται οι κοινές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (`Αρειος Πάγος 1184/2017).

4. Φορολογία ποσού αποζημίωσης

Στην παρ. 3 του άρθρου 15, Ν.4172/2013 ορίζονται τα εξής:

«3. Με την επιφύλαξη της περίπτωσης στ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 14, φορολογείται αυτοτελώς με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης, κάθε εφάπαξ αποζημίωση που παρέχεται από οποιονδήποτε φορέα και για οποιονδήποτε λόγο διακοπής της σχέσεως εργασίας ή άλλης σύμβασης, η οποία συνδέει το φορέα με τον δικαιούχο της αποζημίωσης.

Ο φόρος υπολογίζεται, σύμφωνα με την ακόλουθη κλίμακα:

Κλιμάκιο αποζημίωσης (ευρώ)

Φορολογικός συντελεστής

< 60.000

0%

60.000,01 - 100.000

10%

100.000,01 - 150.000

20%

> 150.000

30%

Για να εφαρμοσθεί η κλίμακα φορολογίας της παρ. 3 του άρθρου 15, Ν.4172/2013, πρέπει η καταβολή ενός χρηματικού ποσού που γίνεται σε μισθωτό να αναγνωρίζεται φορολογικά ως αποζημίωση. Με τη διάταξη του πρώτου εδαφίου του άρθρου 8 του Ν.3198/1955, μισθωτοί που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, με την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 6 του Ν.2112/1920 ή του Β.Δ. της 18/18-7-1920 ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας και, αν δεν προβλέπεται αυτό, το 65ο έτος της ηλικίας τους, αποχωρώντας από την εργασία τους με την συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το Ν.2112/1920 ή το ανωτέρω Β.Δ. αποζημίωσης, για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας. Στο πλαίσιο αυτό το ποσό αποζημίωσης που χορηγείται σε αποχωρούντα μισθωτό που έχει συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, με τη συγκατάθεση του εργοδότη, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 8 του Ν.3198/1955, εμπίπτει στα ποσά αποζημίωσης που φορολογούνται με βάση την κλίμακα φορολογίας της παρ. 3 του άρθρου 15 του Ν.4172/2013 .

Παράδειγμα 1ο

Εργαζόμενος, του οποίου οι τακτικές αποδοχές του τελευταίου εργασιακού μηνός υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως ανέρχονται σε 2.250,00 €, με τη συμπλήρωση δεκαπενταετούς υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη, αποχωρεί με τη συγκατάθεση του τελευταίου. Συμφωνείται να του καταβληθεί ως αποζημίωση το ακριβές ποσό που ορίζει η διάταξη του άρθρου 3, του Ν.2112/1920 όπως ισχύει με την παρ ΙΑ 12 (2) του άρθρου 1ου του Ν.4093/2012, σε συνδυασμό με τη διάταξη του πρώτου εδαφίου του άρθρου 8 του Ν.3198/1955 (Το 50 % της αποζημίωσης). ΄Ήτοι Αποζημίωση = 2.250,00 x (14/12) x 11 μήνες x 50% = 14.437,50 €.

Το ποσό αυτό νοείται ως αποζημίωση το οποίο φορολογείται με την κλίμακα της παρ. 3 του άρθρου 15 του Ν.4172/2013 , συνεπώς είναι αφορολόγητο (έως ποσού 60.000, 00€ η αποζημίωση είναι αφορολόγητη).

Παράδειγμα 2ο

Εργαζόμενος, του οποίου οι τακτικές αποδοχές του τελευταίου εργασιακού μηνός υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως ανέρχονται σε 2.300,00 €, με τη συμπλήρωση ενδεκαετούς υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη, αποχωρεί με τη συγκατάθεση του τελευταίου. Συμφωνείται να του καταβληθεί κατά το στάδιο της οικειοθελούς αποχώρησης του, το ποσόν των 5.000,00 €.

Το ποσό αυτό δεν νοείται ως αποζημίωση, με δεδομένο ότι δεν συσχετίζεται με τη διάταξη του πρώτου εδαφίου του άρθρου 8 του Ν.3198/1955, που προϋποθέτει ο μισθωτός να έχει συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, συνεπώς φορολογείται ως μισθός σύμφωνα με την κλίμακα της παρ. 1 του άρθρου 15 του Ν.4172/2013,υπόκειται σε παρακράτηση φόρου κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 60 του ιδίου νόμου και υπόκειται σε ασφαλιστικές εισφορές.

Παράδειγμα 3ο

Στο πλαίσιο διευκόλυνσης της αποχώρησης του παλιού, όσον αφορά τα χρόνια υπηρεσίας προσωπικού της και την εντεύθεν δημιουργία κενών θέσεων για την πρόσληψη νέου και πλέον αποδοτικού προσωπικού, επιχείρηση προβαίνει σε πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου από την υπηρεσία, προσωπικού που έχει συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στην επιχείρηση. Στο πλαίσιο αυτό συμφωνείται να καταβληθεί ως αποζημίωση στον μισθωτό Αντωνίου, που έχει συμπληρώσει δέκα έξι (16) έτη υπηρεσία στην επιχείρηση, και οι τακτικές αποδοχές του τελευταίου εργασιακού μηνός υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως ανέρχονται σε 3.300,00 €, το διπλάσιο ποσό που ορίζει η διάταξη του άρθρου 3, του Ν.2112/1920 όπως ισχύει και όχι το 50% της αποζημίωσης της παρ. 3 του άρθρου 15 του Ν.4172/2013. ΄Ήτοι Αποζημίωση = 3.300,00 x (14/12) x 12 μήνες x 200% = 92.400,00 €.

Το ποσό αυτό νοείται ως αποζημίωση και φορολογείται με την κλίμακα της παρ. 3 του άρθρου 15 του Ν.4172/2013 , συνεπώς είναι αφορολόγητο έως ποσού 60.000,00€, και οι υπόλοιπες 32.400,00 φορολογούνται με συντελεστή 10%, ήτοι φόρος Αποζημίωσης: 3.240,00 και ποσό αποζημίωσης προς καταβολή: 89.160,00 €.

5. Χρόνος παραγραφής αξίωσης για καταβολή αποζημίωσης

Η εξάμηνη προθεσμία της παρ.2 του άρθρου 6 του Ν.3198/1955 για την άσκηση της αγωγής προς καταβολή ή συμπλήρωση της κατά τον Ν.2112/1920 ή το Β.Δ. της 16/18-7-1920 αποζημιώσεως, ισχύει και για την προβλεπόμενη από την παρ.2 του άρθρου 8 του ιδίου νόμου (3198/1955) μειωμένη αποζημίωση που χορηγείται στους αποχωρούντες ή απομακρυνόμενους από την εργασία τους λόγω συμπληρώσεως των προϋποθέσεων για λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος. Περαιτέρω, η προθεσμία αυτή ισχύει, όχι μόνον όταν ο μισθωτός αποχωρεί από την υπηρεσία του λόγω συνταξιοδοτήσεως μετά από καταγγελία του εργοδότη, αλλά και όταν αποχωρεί από την εργασία του για να συνταξιοδοτηθεί με τη συγκατάθεση του εργοδότη (Εφετείο Λάρισας 78/2008). Επιπρόσθετα η εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία ασκήσεως της αγωγής σχετικά με την αποζημίωση του αποχωρούντος μισθωτού ισχύει και στην περίπτωση της αποχωρήσεώς του με τη συγκατάθεση του εργοδότη (`Αρειος Πάγος 1293/2006).

Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα από άρθρο του κ. Πέτρου Ραπανάκη, με τίτλο «Αποχώρηση μισθωτών που έχουν συμπληρώσει 15ετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, με κοινή συναίνεση» που δημοσιεύθηκε στο τεύχος Απριλίου 2019 του περιοδικού Epsilon7.



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Αποχώρηση υπαλλήλου, Αποζημίωση