11/02/19 | Αρχική > Αρθρογραφία > Ο Αιρετικός

Φορολογικό διαζύγιο

Αν θα με ζητούσατε να σας περιγράψω τον εαυτό μου, θα έλεγα ότι είμαι ένας αντικομφορμιστής ο οποίος, όπως οι περισσότεροι από εμάς, αναγκαστήκαμε τελικά να συμβιβαστούμε με κάτι μέτριο που μας εξαγριώνει ακόμα περισσότερο, επειδή το μέτριο μας θεωρεί «ελάχιστο», ή όπως κατά λέξη με αποκαλεί η σύζυγός μου «ο κύριος τίποτε». Θα μου πείτε γιατί δεν χωρίζεις όπως όλος ο κόσμος σε τέτοιες περιπτώσεις… Είπαμε, αντικομφορμιστής είμαι, όχι οικονομικός αυτόχειρας.

Από μικρός έρεπα προς την τρυφηλή και ξένοιαστη ζωή. Μόνο που υπήρχε ένα βασικό πρόβλημα. Η χρηματοδότηση των «θέλω» μου ήταν μηδαμινή έως ανύπαρκτη. Αφού λοιπόν πέρασα αρκετά χρόνια διάγοντας ευχάριστο βίο με διάφορες μικρές πηγές χρηματοδότησης, πάντα κατέληγα στην ανάγκη του πατέρα μου, ο οποίος έμπορος γυναικείων ενδυμάτων με κατάστημα σε λαϊκό προάστιο της Πρωτεύουσας, κάπως τα κατάφερνε.

Λόγω συνεχούς ασυνέπειας ως προς τους εργοδότες μου και κυρίως αδυναμίας πρωινής έγερσης, αυτοί ήταν πολλοί, δεδομένου ότι πάνω από εξάμηνο δεν στέριωνα. Τα μεσοδιαστήματα, έκανα ότι βοηθούσα τον πατέρα μου στο μαγαζί, αλλά οι ώρες παρουσίας μου δεν τον ενθουσίαζαν κιόλας. Σε κάθε περίπτωση, πατέρας μου ήταν, ένα παιδί είχε, εμένα, συνεπώς, εγώ έκανα ότι δούλευα και αυτός έκανε ότι με πλήρωνε. Θα μου πείτε αν δούλευα κανονικά, θα μου έδινε παραπάνω χρήματα; Όχι επειδή ο πατέρας μου δεν είχε τα «ZARA», αλλά κατάστημα γυναικείου ρουχισμού, απευθυνόμενο σε γυναίκες της λαϊκής τάξεως και συνεπώς καταλαβαίνετε ότι, όπως έλεγε και ο μπαμπάς «χρυσό πουλάς, χρυσό θα βγάλεις, καρφίτσες πουλάς, καρφίτσες θα βγάλεις». Εμείς δυστυχώς ήμασταν στη δεύτερη κατηγορία, η οποία για πολλά χρόνια επέτρεπε μία σχετικώς άνετη ζωή για την οικογένεια και τη χρηματική παροχή προς εμένα, ώστε να περνάω μια χαρά.

Ο «μπαμπάς» μεγάλωσε, άρχισε να έχει και προβλήματα υγείας, οπότε έπρεπε να βγει στη σύνταξη. Εγώ, όλως τυχαίως το συγκεκριμένο διάστημα ήμουν σε αναζήτηση εργασίας και με περιστασιακή απασχόληση στο «fair lady», δηλαδή στο κατάστημα γυναικείων ενδυμάτων. Το οικογενειακό συμβούλιο ήταν σύντομο και η απόφαση δεδομένη. Την άλλη μέρα πήγαμε με τον πατέρα μου στον λογιστή ώστε να μου μεταβιβάσει την ατομική επιχείρηση.

Η αλήθεια ήταν πως δεν αναγνώριζα τον εαυτό μου. Καταρχάς, ξύπναγα πρωί και άνοιγα το κατάστημα την ώρα που έπρεπε (ή σχεδόν). Τα οικονομικά μεγέθη της επιχείρησης παρουσίαζαν μια αξιοπρόσεκτη σταθερότητα και εγώ, με τη συνδρομή και του μπαμπά, ήμουν σχετικά ευχαριστημένος. Εξάλλου το «concept» του καταστήματος είχε ως επίκεντρο το γυναικείο φύλο. Συνεπώς και να μην ψώνιζε η πελάτισσα, είχες πολλές φορές την ευκαιρία να γνωρίσεις ενδιαφέροντα άτομα του γυναικείου φύλου, τα οποία πέραν των άλλων, θεωρούσαν δεδομένο πως εγώ ως καταστηματάρχης θα είχα και τον τρόπο μου. Μόνο που ο «τρόπος» μου έφτανε για να κερνάω τα βράδια κάποιες από τις εξαιρετικές πελάτισσες που γνώριζα και να γυρνάω με αυτοκίνητο πολλών κυβικών. Γενικά, το κατάστημα γυναικείων ρούχων έχει άλλη χάρη και λειτουργεί ως «παγίδα». Καταλαβαίνετε τι εννοώ. Πως να το κάνουμε, άλλο είναι να μπουκάρει μέσα τριχωτός μαντράχαλος και να σου πει «θέλω μια εξάδα σώβρακα» και άλλο τρεις φοιτήτριες, να δοκιμάσουν όλο το μαγαζί και τελικά να σου πούνε «θα το σκεφτούμε και θα ξαναρθούμε». Φυσικά το δεύτερο αποπνέει ρομαντισμό, έστω και αν στην πρώτη περίπτωση η πώληση είναι σίγουρη.

Η οικονομική κρίση μας έπληξε όλους και φυσικά και το «fair lady». Οι πωλήσεις μειώθηκαν σημαντικά, οι πελάτισσες ζητούσαν πάντα έκπτωση, ο ιδιοκτήτης στην αρχή δεν κατέβαζε το ενοίκιο μέχρι που άρχισαν να κλείνουν οι παρακείμενες μπουτίκ και γενικά, τα πράγματα στενεύανε επικίνδυνα. Εγώ, ήδη διήγαγα την πέμπτη δεκαετία της ζωής μου και φυσικά δεν ήθελα να αλλάξω ζωή. Θα μου πείτε, δεν σου έλειπε η σύντροφος, τα παιδιά; Θα σας πω ότι συντρόφους είχα αρκετές (να είναι καλά το κατάστημα), για παιδιά μάλλον δεν είμαστε όλοι (ή τουλάχιστον εγώ) και τα υπόλοιπα μου τα κάλυπτε η μάνα μου.

Η κουβέντα ξεκίνησε δήθεν αδιάφορα. Δεν θα νοικοκυρευτείς ποτέ εσύ; Έχεις κάποια σχέση; -Ρε μάνα μια χαρά δεν είμαστε, εντάξει λίγο στενά και από σχέσεις, πολλές. –Δεν λέω για τέτοιες σχέσεις, αλλά μια γυναίκα νοικοκυρά, που θα σου σταθεί για πάντα. Δεν θέλεις παιδιά, μην κάνεις παιδιά, αλλά τουλάχιστον παντρέψου. Σε λίγο από το μαγαζί δεν θα βγάζεις ούτε τα τσιγάρα σου.

Τότε άρχισα να καταλαβαίνω, Η μάνα μου είχε προχωρήσει πολύ το σχέδιο και μου είχε λύση, τη δική της λύση. Ήταν που την αγαπάω πολύ τη μάνα μου, ήταν που συμφωνούσε και ο πατέρας μου (όχι ότι είχε διαφωνήσει και καμιά φορά), ήταν που το μαγαζί είχε τα οικονομικά του χάλια και σε λίγο δεν είναι σίγουρο αν θα μπορούσε να συνεχίσει να υπάρχει, τελικά πείστηκα.

Το θέαμα ήταν αρκούντως γελοίο. Πήγαμε οικογενειακώς δήθεν επίσκεψη στην υποψήφια νύφη, οικογενειακώς. Ποιος, εγώ. Σε συνοικέσιο με τη μαμά και τον μπαμπά. Η νύφη ήταν μοναχοπαίδι και αυτή. Ζούσε στα βόρεια προάστια σε μονοκατοικία, δίπλα σε αυτή των γονιών της. Στην ουσία από ότι έμαθα μετά, με τους γονείς της έμενε και η μονοκατοικία ήταν για να μεγαλώνει το βιογραφικό της νύφης. Ο πατέρας της ήταν συνταξιούχος στρατιωτικός με καλή σύνταξη και γενικά φαινόταν ότι δεν τους είχε χτυπήσει η κρίση. Ήρθε και η νύφη. Εντάξει… Ήτανε λέει διευθύντρια σε μία Υπηρεσία, δεν κατάλαβα τι ακριβώς έκανε, ή μάλλον θυμάμαι. Στο γραφείο ήταν τρεις, αυτή και δύο υφιστάμενοι. Ο κόσμος πήγαινε στους υφισταμένους, ζητούσε ένα έγγραφο, αυτοί παίρνανε την αίτηση και την καταχωρούσανε σε έναν υπολογιστή, εκδίδανε το έγγραφο, το υπογράφανε και μετά στέλνανε τον πολίτη να το υπογράψει και η δικιά μου. Η δικιά μου δηλαδή ήτανε η δεύτερη υπογραφή. Μετά έμαθα ότι στην Υπηρεσία της, το ένα τρίτο ήτανε διευθυντές και τα άλλα δύο τρίτα υπάλληλοι. Όταν παίρνανε άδεια οι διευθυντές, ο ένας από του υπαλλήλους έκανε τον διευθυντή και ο άλλος παρέμενε υπάλληλος. Όταν παίρνανε άδεια περισσότεροι, η αίτηση έπαιρνε πρωτόκολλο και το έγγραφο λαμβανόταν μετά από δέκα εργάσιμες ημέρες. Σε μεγάλα ζόρια, πάντα βρισκόταν λύση.

Έχουμε λοιπόν και λέμε. Μονοκατοικία στα βόρεια προάστια, μόνιμος μισθός όχι μεγάλος, αλλά μόνιμος. Καινούργιο αυτοκίνητο ως δώρο στον γαμπρό από τον πεθερό, συνταξιούχο στρατιωτικό. Μητέρα νύφης που ασχολιόταν με τα ψώνια του σπιτιού και τα πλήρωνε εξ’ ιδίων. Μέλλουσα σύζυγος… εντάξει. Καλό μου φάνηκε.

Πάνε δέκα χρόνια από τότε. Το μαγαζί πηγαίνει το ίδιο χάλια με πριν από δέκα χρόνια και τα ελλείμματα τα καλύπτει η πεθερά, καθότι ο πεθερός απεβίωσε. Επειδή είναι μια χαρά γυναίκα, την παίρνω κάθε τόσο στο μαγαζί, την δίνω κανένα ρούχο και αυτή είναι μέσα στη χαρά. Το πρόβλημα είναι η σύζυγος. Τσιγκούνα. Με έχει ζαλίσει πως αυτή και η μάνα της κρατάει το σπίτι, το μαγαζί το έχω μόνο για να λέω πως κάτι κάνω και βασικά, ενώ αυτή πρέπει να πάρει κάθε χρόνο επιστροφή φόρου, τελικά αυτός συμψηφίζεται με τις δικές μου φορολογικές υποχρεώσεις από το «fair lady».

Κάτι άκουσα και ρώτησα τον Γιώργο τον λογιστή. –Ρε εσύ, να κάνω ξεχωριστή δήλωση από την γυναίκα μου, πεντακόσιοι την ημέρα λένε ότι κάνουνε αίτηση στην ΑΑΔΕ; - Κοίτα, εσύ δεν έχεις κάποιο πρόβλημα, στην ουσία η γυναίκα σου θα πάρει τα χρήματα της επιστροφής και εσύ θα πληρώσεις τον φόρο που οφείλεις. Δεν αλλάζει κάτι. Υπάρχει όμως και ένα πρόβλημα. Όλες οι κάρτες και όλες οι πάγιες εντολές που πληρώνετε για το σπίτι, είναι πάνω στο όνομά σου και σε δικούς σου λογαριασμούς. Στην οικογενειακή δήλωση, οι άχρηστες για εσένα αγορές με κάρτες, καλύπτουν το αφορολόγητο της γυναίκας σου που είναι μισθωτή. Αν χωρίσετε τις δηλώσεις, τουλάχιστον για το 2018 και μέχρι να βγάλει και αυτή κάρτες, δεν θα έχει αφορολόγητο και θα πληρώσει κανένα διχίλιαρο φόρο. Δεν υπάρχει κάποιος λόγος.

Τα μάτια μου άστραψαν. Αν εκεί που περιμένει επιστροφή θα της έρθει να πληρώσει φόρο, τέλειωσε. Τώρα θα σε φτιάξω ξαδέλφη του Σκρούτζ. Με το που μπήκα στο σπίτι, άρχισε το τροπάριο. Πως πήγε το μαγαζί, έκανες κανένα εικοσάρικο τζίρο; Πάλι εγώ θα πληρώνω, πάλι θα χάσω την επιστροφή φόρου; Πήρα σοβαρό ύφος και της είπα. Κοίτα, εμένα κανένας δεν με προσβάλλει, μπορεί να μην πηγαίνει προσωρινά καλά το μαγαζί, αλλά σε λίγο θα με πεις και προικοθήρα. Όχι λοιπόν κυρία μου, θα κάνουμε ξεχωριστές δηλώσεις, Αύριο κιόλας θα εξουσιοδοτήσω τον λογιστή για να το προχωρήσει. Θα πάρεις την επιστροφή σου, θα φαίνεται και το σπίτι στη δική σου δήλωση και ότι άλλο θέλεις. Φορολογικό διαζύγιο, παίρνω το Α.Φ.Μ. μου και φεύγω. Βαρέθηκα τη γκρίνια σου. Αν δεν παντρευόμασταν μαζί, ακόμα μεγαλομπεμπέκα θα ήσουνα. Εμένα με γνώρισες διαφορετικό; Εσύ προσέφερες κάποια μετρητά και εγώ την ομορφάδα μου. Το φορολογικό διαζύγιο είναι η πρώτη κίτρινη κάρτα. Με τη δεύτερη έφυγα. Θα πηγαίνω κάθε Κυριακή στο γήπεδο και την Παρασκευή το βράδυ θα βγαίνω με τον κολλητό μου τον Μήτσο. Σου είπα εγώ να μην βγεις και εσύ; Παρασκευή σήμερα και φεύγω. Ναι, με τον Μήτσο θα βγω, με τον Μήτσο και κάτι ξαδέλφες του. Αν είναι από τα Γρεβενά οι ξαδέλφες του; Όχι, από τον Άγιο Δομίνικο. Αν έχει κανένα μοναστήρι εκεί. Τι να σου πω, θα τις πω να ανάψουν καμιά λαμπάδα…. Είπαμε, φορολογικό διαζύγιο.



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Φορολογικές δηλώσεις, χωριστές δηλώσεις συζύγων