07/09/18 | Αρχική > Αρθρογραφία > Ο Αιρετικός

Εξοχικές φαβέλες

Ο δρόμος μέχρι την Καρδία κάπως πήγαινε. Μόλις φθάσαμε στα ψηλά, ανατρίχιασα. Μια τεράστια μεταλλική σαρανταποδαρούσα με παπούτσια από ελαστικό απλωνόταν σε όλο το μήκος του δρόμου, μέχρι εκεί που έφθανε το μάτι μου. Ο Γιώργος γέλασε. –Πρώτη φορά έρχεσαι σε αυτά τα μέρη; Έγνεψα θετικά. –Σε πόση ώρα θα φθάσουμε ρώτησα. –Αν δεν πέσουμε σε τρακάρισμα, λίγο απίθανο, σε ένα δυωράκι, πιθανώς. –Πόσα χιλιόμετρα είναι το χωριό; -Καμιά ογδονταριά. Και θέλουμε δύο ώρες; Ο Γιώργος γέλασε πάλι. – Δεν θα πλήξεις, είναι συναρπαστική η διαδρομή. Θα γνωρίσεις τις εξοχικές φαβέλες. Το «Ρίο» της Χαλκιδικής. Δεν κατάλαβα. Ο ήλιος έκαιγε τη λαμαρίνα του αυτοκινήτου, το κλιματιστικό δεν έκανε και πολλά, εγώ ήθελα τσιγάρο και άνοιξα το παράθυρο. Ζεστός λίβας ανάμεικτος με εξάτμιση από κάθε είδους καύσιμο. Ξαφνικά κάποιος από πίσω με έναν επικίνδυνο ελιγμό μας προσπέρασε, χτυπώντας ελαφρά τον καθρέφτη του αυτοκινήτου. Ο Γιώργος του σήκωσε το δάχτυλο, αυτός του έδειξε την παλάμη του. Δύο αυτοκίνητα μπροστά κόλλησε. Όσο και να άναβε τα φώτα, η σαρανταποδαρούσα πήγαινε με τον δικό της αργό ρυθμό.

Παρατήρησα πως παρά την μικρή κοινωνική εμπλοκή και την ανταλλαγή φιλοφρονήσεων μεταξύ των δυό οδηγών, δεν υπήρξε κάτι περαιτέρω, ούτε καν θυμός. Κάτι σαν χειραψία εν κινήσει. Άντε να εξηγήσεις στον Άγγλο πως λειτουργεί το σύστημα. Ελλαδάρα…

Το τοπίο άρχιζε να αλλάζει. Μέσα στα χωράφια άρχισαν να εμφανίζονται συμπλέγματα τροχόσπιτου και προέκτασης με λαμαρίνες. Ποιο μέρος είναι εδώ ρώτησα. –Σωζόπολη μου απάντησε ο Γιώργος. –Τι είναι αυτά που βλέπουμε; Γέλασε ξανά. –Από εδώ αρχίζουν οι εξοχικές φαβέλες της Χαλκιδικής. Σωζόπολη – Καλλικράτεια. Περίπου τριάντα χιλιάδες αυθαίρετες κατασκευές ή ότι άλλο μπορείς να φανταστείς. Η ιστορία αρχίζει από παλιά και όχι από εδώ. Εκεί κάπου στην δεκαετία του εξήντα όταν άρχισαν να επιστρέφουν οι πρώτοι μετανάστες κυρίως από τη Γερμανία και οι άνθρωποι από τα χωριά αποφάσισαν να γίνουν αστοί. Ξαφνικά εμφανίστηκαν κάποιοι που δήλωναν εργολάβοι, στήνανε ένα λυόμενο σε ένα οικόπεδο της πόλης που είχαν πάρει με αντιπαροχή και αρχίζανε να πουλάνε από τα σχέδια. Ούτε χωματουργικά δεν είχαν ξεκινήσει, πουλούσαν σε ζωγραφιά. Επιπλέον, επειδή το μελλοντικό ακίνητο πουλιόταν ανάλογα με το εμβαδόν του, πουλούσαν μέτρα. Τι μέτρα; Μικτά. Τι θα πει μικτά; Πως σε αυτό που σου πουλούσαν συμπεριλαμβανόταν οι τοίχοι, τα μπαλκόνια, η είσοδος, η σκάλα, τα πλατύσκαλα, κάποια τετράγωνα κλουβιά στην ταράτσα που παλιά ονομαζόταν πλυσταριά και αποθήκες στο τρίτο υπόγειο που ήθελε πολύ θάρρος να τις ανακαλύψεις. Για να καταλάβεις, μέχρι και το κράτος κατάλαβε ότι οι άνθρωποι είχανε αγοράσει υποτιθέμενα τετραγωνικά και έτσι, στα παλιά συμβόλαια των ακινήτων που μεταβιβάζονται σήμερα, αν γράφονται μικτά μέτρα, αφαιρεί ένα δέκα τοις εκατό.

- Ο Έλληνας όμως είναι περίεργο είδος ανθρώπου. Αφού λοιπόν «τακτοποιήθηκε» από κύρια κατοικία, ήθελε και εξοχική, για να απολαύσει το ατέλειωτο ελληνικό καλοκαίρι. Αν για παράδειγμα ρωτήσεις έναν Λονδρέζο αν έχει ιδιόκτητη κατοικία, θα σου πει κάποια ιστορία για ένα μακροχρόνιο δανεισμό μιάς παλιάς κατοικίας που αγόρασε κάπου εκεί στο τέλος της τρίτης ζώνης, για σαράντα χρόνια επειδή τόσα μένανε από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη που το είχε αγοράσει για ενενήντα εννέα με lease holding, έδωσε αρκετά χρήματα για να το κάνει κατοικήσιμο, πληρώνει ένα σημαντικό μέρος των εισοδημάτων του στο δάνειο και σκέφτεται πως θα μπορέσει να βρει χρήματα για να ανανεώσει τη μίσθωση, όταν τα σαράντα χρόνια θα κοντεύουν να τελειώσουν. Αν τον ρωτήσεις μήπως έχει εξοχικό, θα γελάσει με την καρδιά του και θα σου πει πως δεν αποτελεί μέλος της Βασιλικής οικογένειας της Μεγάλης Βρετανίας.

- Στην Ελλάδα φυσικά δεν μασάμε από αυτά. Το μόνο πρόβλημα που υφίσταται, είναι η μη επαρκής χρηματοδότηση. Αλλά πάντα υπάρχουν υποκατάστατα. Ξαφνικά εμφανίστηκαν ντόπιοι οι οποίοι άρχισαν να πουλάνε τα σιτοχώραφά τους, δέκα λεπτά με τα πόδια από την θάλασσα. Λέμε τώρα, επειδή δεν υπήρχε δρόμος και τα δέκα λεπτά αφορούσαν ευθεία απόσταση, γεγονός αδύνατο. Εξάλλου, δεδομένου ότι τα χωράφια δεν τεμαχίζονται, είκοσι δε στρέμματα είναι για τεράστια ξενοδοχειακή μονάδα και όχι για parking τροχόσπιτου, τροχοβίλας ή ότι άλλο θες, ουσιαστικά η επενδυτική πρόταση ήταν μάλλον «μάπα». Τότε εμφανίστηκε ο έχων καινοτόμες ιδέες που δήλωνε πάλι εργολάβος και είπε στον πρώην αγρότη «θα το κάνουμε». Βγήκαν οι πρώτες διαφημίσεις στις εφημερίδες για οικόπεδα δίπλα στο κύμα και ο «επενδυτής» αγόραζε διακόσια μέτρα εξ’ αδιαιρέτου από ένα αγροτεμάχιο είκοσι χιλιάδων τετραγωνικών μέτρων, το οποίο οριοθετείτο με τέσσερις κυβόλιθους στα τέσσερα άκρα του, βαμμένους με κόκκινη μπογιά ώστε να είναι ευδιάκριτο. Ο πρώην αγρότης, μεταξύ των «οικοπέδων» άφηνε και ένα μικρό δρομάκι για να μπορούνε να περνάνε οι άνθρωποι και σε κάθε περίπτωση να μοιάζουν με οικόπεδα.

- Μέχρι εδώ τίποτε. Τότε εμφανίστηκαν οι πρώτοι «νυκτερινοί εργολάβοι». –Ούτε αυτούς ξέρεις; Λοιπόν. Ένας τέτοιος «εργολάβος», έβρισκε μερικούς μπετατζήδες κατ’ επάγγελμα ή κατά δήλωση και τους ανέλυε το σχέδιο δράσης. Προσεγγίζανε τον «οικοπεδούχο» και του προτείνανε τη γρήγορη κατασκευή «οικίας», δεδομένου ότι κανονική οικία δεν μπορούσε να κατασκευαστεί επειδή ο συντελεστής στο χωράφι ήταν είκοσι τοις εκατό (συνεπώς σαράντα μέτρα μπορούσες να σηκώσεις), αλλά αυτά θα ανήκαν εξ’ αδιαιρέτου σε όλους τους άλλους «οικοπεδούχους» και για να μην στα πολυλογώ, δεν υπήρχε δυνατότητα να εκδοθεί οικοδομική άδεια. Ο «εργολάβος της νύχτας» λοιπόν αναλάμβανε δράση. Το «ακίνητο» έπρεπε να σηκωθεί σε ένα, άντε δύο βράδια και αποτελείτο από τσιμεντένια βάση, τσιμεντόλιθους πανταχόθεν και τσίγκινη σκεπή. Η πολυτέλεια σε όλο της το μεγαλείο. Το χειρότερο είναι πως όλα γινόταν χωρίς φως, από τον φόβο της αστυνομίας, οπότε καταλαβαίνεις για τι πράγμα συζητάμε. Φυσικά, επειδή κάθε τόσο γινόταν συλλήψεις (όχι των απόντων εργολάβων, αλλά των αυτοπροσδιοριζόμενων νυχτερινών οικοδόμων), το κόστος για την αηδία που ονομαζόταν «εξοχική κατοικία» ήταν ιδιαίτερα αλμυρό.

- Μετά αναλάμβανε ο «μερακλής» ιδιοκτήτης που «πιάνανε τα χέρια του». Κατασκευή εξωτερικής τουαλέτας η οποία με τον καιρό ενωνόταν με το βασικό οίκημα. Υπερυψωμένη δεξαμενή νερού που γέμιζε εβδομαδιαίως με την βοήθεια κατόχου τρακτέρ από το γειτονικό χωριό, εκτός κι αν γινόταν επένδυση σε «πομόνα», κάτι που αποδείχθηκε ιδιαίτερα επικίνδυνο, επειδή ο υδροφόρος ορίζοντας είχε σοβαρή μόλυνση από τα γεωργικά φάρμακα που χρησιμοποιούταν ανεξέλεγκτα, συνήθως δε λόγω της σχετικά κοντινής απόστασης από τη θάλασσα και το νερό που έβγαινε ήταν υφάλμυρο. Για ηλεκτρικό δεν συζητάμε, συνεπώς στο σπίτι υπήρχε «παγωνιέρα» και τακτικός εφοδιασμός με πάγο, τις νύκτες δε φώτιζε διακριτικά «γκαζόλαμπα». Όλη η οικογένεια όμως ήταν ευτυχισμένη, η νοικοκυρά μητέρα έκανε διακοπές όσο ήταν κλειστά τα σχολεία, ο πατέρας, πέραν της άδειας, ερχόταν στο «εξοχικό» τα Σαββατοκύριακα και επιπλέον, αναπτυσσόταν στο ελεύθερο μέρος του οικοπέδου κάτι μεταξύ κήπου και μποστανιού, όπου συνυπήρχαν αρμονικά μολόχες, ντοματιές, τριαντάφυλλα, πιπεριές, μαρούλια, αγγουράκια και μια ελιά, έτσι για την καλή τύχη. Επίκεντρο όλων αυτών, η κούνια – καναπές, διανθισμένη με τραπεζάκι και πλαστικές καρέκλες αγορασμένες από περιοδεύοντα αθίγγανο. Αυτή την ομορφιά χαιρόταν όλη η οικογένεια που τα καλοκαιρινά Σαββατοκύριακα πήγαινε ομαδικά με τα πόδια στην κοντινότερη ακτή, φορτωμένη με σακούλες με «τάπερ» που απαραίτητα περιείχαν κεφτεδάκια και αυγά, ο μπαμπάς κρατούσε επιπλέον ομπρέλα θαλάσσης και τα παιδιά σωσίβια με τον «Μίκυ», ή απλώς σαμπρέλες αυτοκινήτου. Στην επιστροφή υπήρχε ντουζ ή με άλλα λόγια ξέπλυμα με ένα λάστιχο που ξεκινούσε από την υπερυψωμένη δεξαμενή (τσίγκινη ή πλαστική), με νερό που έβραζε από τον ήλιο και όλα καλά.

- Αργότερα, βρέθηκε τρόπος απόκτησης ηλεκτρικού. Εννοώ, ελληνικός τρόπος. Αν στην οικογένεια υπήρχε κάποιος με σημαντικό πρόβλημα υγείας, το ακίνητο ηλεκτροδοτείτο. Συνεπώς, έβρισκες έναν μπαμπά, πεθερό, πεθερά, γιαγιά που να ήταν παθολογικό μουσείο, έπαιρνες ιατρική βεβαίωση ότι ήταν παθολογικό μουσείο και πήγαινες με ανάλογη αίτηση στην Δ.Ε.Η., επειδή δήθεν ο γέρων φιλοξενούταν από εσένα. Το ζόρι ήταν μόνο στο κόστος, αν δεν περνούσε κοντά σου κολώνα της Δ.Ε.Η., επειδή έπρεπε να πληρώσεις τη σύνδεση, συνεπώς και τις αναγκαίες κολώνες. Επειδή όμως το ακίνητο άλλαζε κλάση, τελικά η δαπάνη γινόταν. Από εκεί και πέρα, υπήρχαν διάφορες επιπλέον μετατροπές κυρίως κεραμοσκεπής, επειδή ο τσίγκος άναβε από τον ήλιο και το ακίνητο είχε τον Αύγουστο θερμοκρασίες Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων.

- Κάποια φορά, ερχόταν και κάποιος μυστήριος ο οποίος αγόραζε ολόκληρο χωράφι, πάνω από τέσσερα στρέμματα και έκτιζε κανονικό σπίτι. Κακό του κεφαλιού του. Ήταν σαν το γάλα μέσα στις μύγες. Το πρωί όταν άνοιγε το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας του πάνω ορόφου, απολάμβανε μια υπέροχη ανατολή και έναν ήλιο να παιχνιδίζει στους τσίγκους των γειτονικών «εξοχικών κατοικιών».

- Ότι είδες, είδες μου είπε ο Γιώργος. Σε λίγο θα περάσουμε τη γέφυρα στην Ποτίδαια και μετά το τοπίο αλλάζει. Η φαβέλα τελειώνει κάπου εδώ.

Με τη διήγηση της ιστορίας της εξοχικής φαβέλας του Γιώργου ξεχάστηκα και η ώρα πέρασε. Ο ήλιος άρχισε να πέφτει και ασυναίσθητα γύρισα να κοιτάξω ένα από τα τελευταία «κατασκευαστικά κομψοτεχνήματα» σχεδόν δίπλα στον εθνικό δρόμο. Διώροφο, επειδή πάνω στο αρχικό κτίσμα με τσιμεντόλιθους, είχε τοποθετηθεί και ένα λυόμενο, ξυλοκατασκευή. Το περίεργο ήταν πως είχε και μπαλκονάκι. Αναρωτήθηκα αν υπήρχε εσωτερική επικοινωνία. Στη μεταλλική κούνια – καναπέ – ξαπλώστρα, καθόταν μάλλον ο ιδιοκτήτης, απολαμβάνοντας τη στιγμή. Εικόνα ευτραφούς συνταξιούχου, με μπεζ βερμούδα και πουκάμισο σε «παλ» χρώματα ξεκούμπωτο. Αν δεν ανήκε στο ανδρικό φύλλο, η κοιλιά θα πρόδιδε προχωρημένη εγκυμοσύνη. Απολάμβανε το ηλιοβασίλεμα με ένα ποτήρι φραπέ. Φορούσε στα πόδια του και κάτι που μοιάζανε με παντόφλες και μάλλον εκεί είχε γραμμένες τις προσωπικές μου αναζητήσεις και απόψεις, σχετικά με την άναρχη και παράνομη δόμηση της περιοχής.



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Αυθαίρετα, Αυθαίρετες κατασκευές