25/06/18 | Αρχική > Αρθρογραφία > Ο Αιρετικός

Κουστούμια

«Είμαστε στον ελληνικό εναέριο χώρο και μπορείτε να πραγματοποιήσετε τις αφορολόγητες αγορές σας». Επανήλθα από τον λήθαργο της πτήσης. Σε κανένα μισάωρο φθάνουμε. Ά ρε πατρίδα. Επιτέλους έβγαλα από πάνω μου το αναθεματισμένο γκρι κουστούμι με το άσπρο πουκάμισο και τη γραβάτα. «Shark skin». Λέμε τώρα, επειδή στα τριάντα μου πιο πολύ με μαρίδα έμοιαζα παρά με καρχαρία σε επίσημο γκρι ένδυμα.

Περάσανε κιόλας έξι χρόνια. Με το που τέλειωσα το στρατιωτικό, αφού είχα αξιωθεί τίτλου οικονομικών επιστημών, οι δικοί μου βάλανε ότι είχανε και δεν είχανε, η γιαγιά εν ζωή από τη μάνα μου συνεισέφερε και αυτή και έφυγα στο Ηνωμένο Βασίλειο για μεταπτυχιακές σπουδές. Στο αεροδρόμιο με ξεπροβόδισε όλο το σόι, θέτοντάς μου ως οριακή ημερομηνία επιστροφής, τον ένα χρόνο. Μετά το μέλλον μου ήταν μάλλον προδιαγεγραμμένο, θα εργαζόμουν στο λογιστήριο της εταιρείας στην οποία ο πατέρας μου ήταν υπεύθυνος πωλήσεων. Φυσικά, απώτερο όνειρο και βασικός στόχος ως γνήσιου Έλληνα θα έπρεπε να ήταν ο διορισμός μου στο Δημόσιο.

Βασικά, σε ότι μου λέγανε που στην ουσία ήταν τα δικά τους θέλω και η κρυφή τους επιθυμία να ζήσουν μέσα από εμένα τη ζωή που αυτοί θα θέλανε, έλεγα ναι, μήπως και κάτι πάει στραβά την τελευταία στιγμή. Εδώ που τα λέμε δεν ήταν και πολλοί αυτοί που είχαν την ευχέρεια για περαιτέρω σπουδές στο εξωτερικό, συνεπώς τηρούσα αρκούντως συναινετική στάση μέχρι το αεροπλάνο να σηκωθεί.

Τα πράγματα μόνο εύκολα δεν ήτανε. Γνωστή η παροιμία για τα μεταξωτά εσώρουχα που απαιτούν και επιδέξια οπίσθια, τα οποία δεν διέθετα, τουλάχιστον στο μέγεθος που φανταζόμουν. Συνεπώς ανακάλυψα μετά από μερικές μέρες προς ανεύρεση κατοικίας και εγκατάστασης πως: α) Η Μεσογειακή μου γοητεία δεν μετρούσε πολύ επειδή δεν ερχόμουν σε επαφή με την κυρία που φανταζόμουν πως θα ήταν η ιδιοκτήτρια του μικρού παλατιού που θα έβρισκα, αλλά με έναν γεματούλη Πακιστανό που δούλευε για μια εταιρεία real estate και ο τέλειος επαγγελματισμός του μου έβγαζε μια ψιλο-απέχθεια προς το πρόσωπό μου. Μάλλον ιδέα μου ήταν, επειδή ο αντίστοιχος Έλληνας θα ρωτούσε για τον πατέρα μου, την μάνα μου, την αδελφή μου, αν είμαι ποντιακής καταγωγής επειδή το επίθετό μου τελειώνει σε –ιδης και γενικά, πιθανώς το «deal» να γινόταν σε καφετέρια, αφού θα είχαμε γίνει κολλητοί. Εδώ τα πράγματα ήταν απείρως πιο ευγενικά, αλλά τελείως απρόσωπα. Το μόνο που έμαθα από τον Πακιστανό κύριο που με εξυπηρετούσε ήταν πως τον λέγανε Mark. Το δικό μου Θεοδόσης, δυσκολευόταν να το προφέρει, οπότε η προσφώνηση ήταν «Hello my friend». Β) Τα παλάτια είναι για τους Πρίγκιπες στο Λονδίνο, τα καλά σπίτια για τους φραγκάτους, ενώ οι υπόλοιποι, κυρίως φοιτητές, συγκατοικούν κάπου στο τέλος της τρίτης ζώνης με άλλους τρεις, έχοντας ένα μικρό δωμάτιο και μοιραζόμενοι δύο τουαλέτες και μία κουζίνα. Όλα αυτά στοίχιζαν εξακόσιες λίρες δηλαδή γύρω στα επτακόσια ευρώ, ποσό με το οποίο έβρισκα στούντιο με θέα (μακρινή) στην Ακρόπολη, στον Λευκό Πύργο κ.λπ. γ) Το αυτοκίνητο είναι άπιαστο όνειρο επειδή αν κάνεις ότι μπαίνεις στο κέντρο του Λονδίνου, καλύτερα να το αγοράσεις πάλι. Συνεπώς κυκλοφορείς κυρίως με τον υπόγειο, μόνο που… Δεν φεύγει μπροστά από το σπίτι σου και δεν σε πάει μπροστά εκεί που θέλεις. Συνήθως πρέπει να αλλάξεις τουλάχιστον τρεις γραμμές κατεβαίνοντας στα βάθη της γης για να βρεις την πλατφόρμα αναχώρησης, ο δε συρμός ποτέ δεν περιμένει εσένα, αλλά μάλλον εσύ πρέπει να τον περιμένεις. Οπότε, ναι μεν καλή η συγκοινωνία, αλλά και η πόλη τεράστια, συνεπώς, όσο και να κρατάει το μποτιλιάρισμα στα τριάντα χιλιόμετρα του περιφερειακού της Θεσσαλονίκης, πάλι πιο γρήγορα φτάνεις. Δ) Τίποτε δεν είναι φθηνό και όλα πληρώνονται. Τουτέστιν, θέλεις περίπου εκατό ευρώ για κάρτα απεριόριστων διαδρομών τον μήνα, πληρώνεις εφόσον έχεις τηλεόραση, όλα τα δίκτυα, φθηνό τηλέφωνο και internet και αν δεν είσαι φοιτητής, εξωφρενικά δημοτικά τέλη.

Με όλα τα παραπάνω, απλώς θέλησα να υπερθεματίσω για τα μεταξωτά εσώρουχα, δεδομένου ότι τελικά την βόλεψα κουτσά – στραβά, διάβασα όσο ποτέ στην ζωή μου και πήρα με έπαινο το μεταπτυχιακό, αφού οι Βρετανοί πήραν για δίδακτρα καμιά δεκαπενταριά χιλιάδες ευρώ, λόγω και της φήμης του Πανεπιστημίου.

Η αλήθεια είναι πως ως φοιτητής δεν είδα και πολλά στην αλλοδαπή επειδή κατάλαβα ότι τα μεν Αγγλικά μου ήταν πολύ καλά για κοινωνικές σχέσεις με τουρίστριες στην Ελλάδα, αλλά έπρεπε να είμαι στην αρχή συνέχεια με ένα λεξικό όσον αφορά το Πανεπιστήμιο και από την άλλη, αν δεν τα κατάφερνα, ο προϋπολογισμός δεν θα επαρκούσε και το μέλλον μου φάνταζε εντελώς αβέβαιο. Τελικά όλα πήγαν καλά και όπως σας είπα τέλειωσα με έπαινο.

Πάνω που είπα ότι τέλειωσα και ανακοίνωσα στους δικούς μου ότι γυρνάω, μου είπαν τα νέα. Είχα καταλάβει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, αλλά νόμιζα πως ήταν στη φαντασία μου. Η εταιρεία του πατέρα μου έκλεισε, ο πατέρας μου έπαιρνε ταμείο ανεργίας και η σύνταξη πήγε μερικά χρόνια μπροστά, συνεπώς, αφενός μεν δεν υπήρχε πλέον έτοιμη δουλειά στο λογιστήριο της εταιρείας, λόγω μη ύπαρξης εταιρείας, αφετέρου δε η ανεργία είχε χτυπήσει 22%, οι δε μισθοί αν βρισκόταν εργασία…. άστο καλύτερα.

Την άλλη μέρα βρέθηκα σε πρακτορείο εύρεσης εργασίας στο Λονδίνο, με σύσταση από το Πανεπιστήμιο. Αν και η συνέντευξη έγινε από όμορφη ώριμη κυρία, τελικά μάλλον μέτρησε ο έπαινος του Πανεπιστημίου παρά η Μεσογειακή μου γοητεία. Σε κάθε περίπτωση, βρήκα καλή δουλειά ως Book Keeper, σε πολυεθνική εταιρεία με αξιοπρεπή μισθό. Μάλιστα, οι αποδοχές μου, μου επέτρεπαν πλέον να έχω ένα δικό μου studio 22 τ.μ., στην αρχή της τρίτης ζώνης της πόλης. Η δουλειά ξεκινούσε στις εννέα, στις δύο κάναμε ένα διάλειμμα για φαγητό όπου τρώγαμε κάτι στο πόδι στην απέναντι pub και θεωρητικά τελειώναμε στις έξι, κάτι που ποτέ δεν συνέβη, επειδή αν δεν τέλειωνες την δουλειά σου, απλά δεν έφευγες. Υπήρχε «dress code» κοινώς οι κύριοι με γκρι κουστούμι και οι κυρίες με μαύρο ταγιέρ ή κάτι παραπλήσιο. Η εταιρεία δεν προωθούσε τις διαπροσωπικές σχέσεις, ήταν δε αρνητική στα ειδύλλια μεταξύ των εργαζομένων. Φυσικά για να υπάρξει ειδύλλιο έπρεπε να μπορείς να ανταλλάξεις και καμιά κουβέντα, είδος άγνωστο εντός της επιχείρησης. Η ιεραρχία ήταν δεδομένη, τους βασικούς μετόχους πιθανώς δεν θα τους γνώριζες ποτέ στην ζωή σου και αν ήθελες εξέλιξη, θα έπρεπε να αναζητήσεις καινούρια εργασία, ή να γίνει κάποιο θαύμα. Για τον εαυτό σου τελικά σε καθημερινό επίπεδο προλάβαινες να κάνεις κανένα μπάνιο και το Σαββατοκύριακο έπρεπε να βάλεις πλυντήριο, να σιδερώσεις (ή να το προσπαθήσεις), να ψωνίσεις κάτι που χρειαζόσουν πράγμα πανεύκολο επειδή μπορούσες να το κάνεις σε εμπορικό κέντρο στις δέκα το βράδυ της Κυριακής και το Σάββατο, μέχρι τις έντεκα, να πιείς καμιά μπύρα κάπου στο κέντρο.

Δεν κατάλαβα την προσγείωση, ή μάλλον την κατάλαβα απότομα επειδή ως γνωστόν ο διάδρομος στο αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης είναι κομματάκι μικρός. Περάσαμε τον έλεγχο των διαβατηρίων, έδειξα την ελληνική ταυτότητα και μου είπαν πως έπρεπε να την αλλάξω επειδή έγγραφε Θεσ/νίκη και δεν το καταλαβαίνανε οι ξένοι. Ηλιθίως συμφώνησα. Πήρα βαλίτσες και με το που βγήκα από την πόρτα δέχθηκα την επίθεση. Μάνα, πατέρας, η γιαγιά της συνεισφοράς και ο τρελός ο αδελφός μου που είχε φέρει την κοπελιά του με άλλες δυό άγνωστες και μία ταμπέλα «καλωσόρισες Θεοδόση». Σε κάθε περίπτωση συγκινήθηκα και το βράδυ με τον αδελφό μου, την δικιά του και τις άγνωστες γίναμε πίτα.

Βρήκα του φίλους μου. Οι περισσότεροι δεν είχαν δουλειά και όσοι είχανε, τρόμαξα με το ποσό του μισθού. Τότε κατάλαβα γιατί αν και τριανταρήσαμε, ελάχιστοι είχαν παντρευτεί, οι άλλοι δε, συνεχίσανε να μένουν στην οικογενειακή κατοικία με τον μπαμπά και την μαμά.. Βγήκα μια βόλτα το πρωί στην Αριστοτέλους. Έντεκα η ώρα Δευτέρα και δεν είχε καρέκλα σε καφετέρια να κάτσεις. Τόσοι πολλοί τουρίστες… μάλλον όχι. Οι φραπέδες πήγαιναν και έρχονταν. Στη Τσιμισκή σκουντιόσουν για να περάσεις, αλλά οι πωλητές στήνανε δόκανα στις πόρτες για κανένα πελάτη.

Την άλλη μέρα πήγα στο Αστυνομικό Τμήμα για να αλλάξω την ταυτότητα, επειδή έληγε το διαβατήριο. Είχα όλα τα δικαιολογητικά, είχα κλείσει ραντεβού και σε πέντε λεπτά εξυπηρετήθηκα. Εντυπωσιάσθηκα. Είδα την νέα μου ταυτότητα και κατάλαβα ότι ήμουν στην Ελλάδα. Αντί για Θεσ/νίκη, έγραφε πλέον Θεσσαλονίκη, κάτι που όπως καταλαβαίνετε είναι πολύ πιο εύκολα αναγνώσιμο για τον Βρετανό. Για διαβατήριο έπρεπε να πάω σε άλλο τμήμα. Όλα πηγαίνανε καλά, μέχρι που έπρεπε να εκτυπώσουν τα αποτυπώματά μου που τα είχαν πάρει ηλεκτρονικά. Το χαρτί βγήκε άσπρο όπως μπήκε. Ή εγώ δεν είχα αποτυπώματα ή ο εκτυπωτής δεν είχε μελάνι. Φυσικά ήταν το δεύτερο και το όργανο μου είπε «αδελφέ θα παραγγείλω και έλα μεθαύριο». Είπα και εγώ, όλα καλά…

Οι μέρες περάσανε μέσα σε ξενύχτια με ξύδια και βρώμικα, κοπελιές έτοιμες για σχέση και μετανάστευση στην Βρετανία αρκεί να γνώριζα άμεσα τους δικούς τους (πατέρα, μητέρα, γιαγιά, παππού, συγγενείς έως τρίτου βαθμού κλπ), ανταλλαγή φιλοφρονήσεων στην οδήγηση (στράβακα – ίσα μωρή πλύνε κανένα πιάτο), επειδή το Θεοδόσης μάλλον δεν αρέσει και εγώ δεν άρεσα τα δικά τους ονόματα αποκαλούσε ο ένας τον άλλο με το πιο γνωστό στην Ελλάδα όνομα χωρίς να παρεξηγείται κανείς, επειδή αποτελεί ως προσφώνηση ένδειξη υπέρτατης φιλίας και όχι άτομο με σεξουαλικούς ιδεασμούς και γενικά, έτσι πέρασε το μικρό διάλειμμα των διακοπών μου.

Το αεροπλάνο σηκώθηκε απότομα από τον διάδρομο του αεροδρομίου «Μακεδονία» όχι λόγω πτητικής απειρίας του πιλότου, αλλά επειδή «τόσος είναι ο διάδρομος ρε αδελφέ». Από την μία ήταν η γλυκιά μελαγχολία για το δεκαήμερο μπάχαλο που ξαναέζησα. Από την άλλη, ήμουν πια αρκετά μεγάλος για να συνεχίσω έτσι τη ζωή μου. Άρχισα να προτιμάω τους «κρύους» μα διακριτικούς πλέον αλλοδαπούς στην πανσπερμία του Λονδίνου. Είμαι μαζί με μία κοπέλα που ο πατέρας της είναι από το Ισραήλ και η μάνα της από τον Καναδά. Ζούνε στο Ισραήλ και πιθανώς να μην τους γνωρίσω ποτέ. Δεν ρωτάει και πολλά για την παλιά μου ζωή και κάνω και εγώ το ίδιο. Βρισκόμαστε ελάχιστα μέσα στην εβδομάδα και συνήθως τα Σαββατοκύριακα. Είναι μια χαρά και ίσως κάποτε κάνω την ζωή μου με αυτή τη γυναίκα. Όλες τις ημέρες που ήμουν στην Ελλάδα, άκουγα πως η χώρα αλλάζει. Το θέμα είναι πως αλλάξαμε και εμείς οι επτακόσιες χιλιάδες που φύγαμε στο εξωτερικό. Καλός ο χαβαλές των δέκα ημερών, αλλά μέχρι εκεί. Αύριο το πρωί θα φορέσω πάλι το γκρίζο κουστούμι μου που δεν πιστεύω ότι το επιθύμησα, θα χαιρετήσω κάποιους συναδέλφους και θα συνεχίσω την ζωή μου εκεί που στέριωσα. Οι μετανάστες της δεκαετίας του πενήντα φεύγανε για να γυρίσουν, οι τωρινοί, φεύγουν για να μείνουν. Το μπάχαλο είναι καλό για τουρισμό, όχι για να το ζεις στην καθημερινότητά σου…



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Δημόσιο, Αλλοδαπή, Πανεπιστήμιο, Διαβατήριο, κουστούμια