19/04/18 | Αρχική > Αρθρογραφία > Ο Αιρετικός

Δύο ψέματα

Εκατόν πενήντα εννέα νούμερο και ακόμα μέσα ήταν το ογδόντα τρία. Τη μέρα μου… Τι ήθελα και τον πήρα τον πελάτη. Φορές – φορές έχω τάσεις αυτοκαταστροφής (ή επιβίωσης αλλά δεν το λέω) και ότι μπει μέσα στο γραφείο το αναλαμβάνω. Θα μου πείτε, ξέρεις τα πάντα; Η αλήθεια είναι πως ξέρω τα απαραίτητα που μάλλον στην Ελλάδα είναι πολλά, αλλά όσο περνάνε τα χρόνια, τόσο με τρομάζει η άγνοιά μου σε κάποια θέματα. Από εκεί και πέρα, το γνωστό, συνδρομή σε σχετική ιστοσελίδα για τα δύσκολα, ερώτηση σε παλαιό συνάδελφο (με κάθε επισφάλεια) για τα πιο απλά και η ζωή στο λογιστικό επάγγελμα συνεχίζεται. Δεν παραπονιέμαι, απλώς η συλλογή των αμοιβών έχει γίνει πλέον πολύ δύσκολη, σε κάποιες δε περιπτώσεις νοιώθω ως εισπρακτική εταιρεία. Απλώς όταν τηλεφωνώ τον πελάτη βρίσκω κάποια ανόητη δικαιολογία και αμέσως μετά του υπενθυμίζω την πολύμηνη κάποιες φορές οφειλή του…

Ήταν ο δεύτερος καφές στο φουαγιέ του μητρώου της Δ.Ο.Υ. που απολάμβανα, ενώ από το γραφείο με παίρνανε συνέχεια τηλέφωνο. Θα μου πείτε τι ήθελα και πήγα εγώ στο μητρώο και δεν έστειλα κάποιον βοηθό; Ο πελάτης ήθελε αλλαγή φορολογικής κατοικίας, είχε καμιά δεκαριά χρόνια στο εξωτερικό και έκανε στην Ελλάδα μηδενικές δηλώσεις και γενικά, μου ανέφερε διάφορα για την οργάνωση των υπηρεσιών στην Μ. Βρετανία, ενώ ο τύπος ήταν χύμα. Του είπα και εγώ μια τιμή Μ. Βρετανίας, πήρα προκαταβολή, ευκαιρίες πια έχει λίγες η ζωή, συνεπώς έπρεπε οπωσδήποτε να διευθετηθεί το θέμα του ξεχασμένου Έλληνα φορολογικού κατοίκου για να ολοκληρωθεί η αλλαγή της φορολογικής του κατοικίας και η εξόφληση της δικής μου αμοιβής. Επειδή βέβαια ο οργανωμένος δεν είχε και πολλά έγγραφα και επειδή η Μ. Βρετανία δεν δίνει πιστοποιητικό φορολογικής κατοικίας για δέκα χρόνια πίσω, καταλαβαίνετε πως υπήρχε περίπτωση ο μεν μετανάστης να μείνει με την Ελληνική του φορολογική κατοικία και εγώ με την προκαταβολή χωρίς εξόφληση.

Στην αρχή προσπέρασα ένα αδιάφορο γυναικείο πρόσωπο. Σε κλάσματα δευτερολέπτου αναμνήσεις τριάντα χρόνων ανασύρθηκαν. Είναι ή δεν είναι; Να μοιάζει τόσο πολύ; Θα ρωτήσω και αν δεν είναι θα ζητήσω συγγνώμη. – Η Κούλα; -Γιώργο εσύ; Για μισό λεπτό κοιτούσαμε ο ένας τον άλλο αμήχανα. Την είδα να κοκκινίζει και εγώ ένοιωσα τις παλάμες μου ιδρωμένες. Κατάλαβα ότι κρατούσα τις δικές της και τράβηξα τα χέρια μου. - Το παθαίνεις ακόμα; Κάποτε με ήξερε καλά. – Πως από εδώ; Πως και δεν ξαναβρεθήκαμε σε αυτό το σαλόνι; - Έχει λίγο καιρό που πήρε μετάθεση ο άνδρας μου και δουλεύω σε ένα λογιστικό γραφείο; - Εσύ παντρεμένος; - Ναι, με δύο κορίτσια. – Και εγώ το ίδιο.

Συνεχίσαμε να μιλάμε για αδιάφορα πράγματα του ενός για τον άλλο. Παντρεμένη… σαν να με πείραξε. Αμέσως σκέφτηκα πως είμαι βλαμμένος. Πριν τριάντα χρόνια εξαφανίστηκα. Όλα τελείωσαν με την ορκωμοσία στο πανεπιστήμιο. Τέσσερα χρόνια. Γνωριστήκαμε από την πρώτη μέρα στο αμφιθέατρο. Γίναμε κολλητοί, όλη ημέρα μαζί. Ίσως αυτό ήταν που πείραξε τελικά. Η δέσμευση φέρνει υποχρεώσεις και εγώ στα είκοσι δύο δεν ήμουν καθόλου έτοιμος. Γύρισα στην πόλη μου και της είπα πως την άλλη μέρα θα την έπαιρνα τηλέφωνο στο πατρικό της για να κανονίσουμε. Σήμερα, τριάντα χρόνια μετά, είναι η άλλη μέρα.

Τελικά το είπε. - Γιατί ρε Γιώργο; Έκανα τόσες προσπάθειες να σε βρω, έπαιρνα τηλέφωνο όποιον ήξερα και μου έλεγαν παραμύθια. Γιατί; - Τίποτε, φοβήθηκα, κουράστηκα και μετά όταν μου έλειψες, ντράπηκα. Παιδί, τίποτε άλλο.

Είδα το νούμερο που εξυπηρετούταν στο γραφείο της Δ.Ο.Υ.. Ενενήντα τρία. Πλάκα μας κάνουνε. Την ξανακοίταξα, αυτή δεν είχε πάρει τα μάτια της από πάνω μου. – Γιατί ρε Γιώργο; Να άνοιγε η γη να με καταπιεί. Κάτι πήγα να πω, τι να πεις; -Τι κάνουν τα παιδιά σου, ο άνδρας σου. Με τι είπαμε πως ασχολείται;

Ήταν ακόμα όμορφη όπως τότε. Θαρρείς και το ποδαράκι χήνας εκεί γύρω στα μάτια, της πήγαινε. Το λακκάκι στο πηγούνι έμενε πάντα εκεί και οι λακουβίτσες στα μάγουλα όταν χαμογελούσε. – Γιατί ρε Γιώργο;

Κάτι γνώριμο άρχισε να παίζει στη δισκοθήκη του μυαλού μου: «Αν καμιά φορά βρεθούμε, δε θα πούμε ούτε γεια, μες στο πλήθος θα χαθούμε, μ’ ένα δάκρυ στην ματιά.

Κι αν φωνάξω τ’ όνομά σου, θα κοιτάξεις στα κλεφτά, και θα κάνεις για φαντάσου, πως δε με θυμάσαι πια.

Κι αν ρωτήσεις πώς περνάω, θα σου πω δυο ψέματα, ένα πως δε σ’ αγαπάω, κι ένα πως σε ξέχασα…».

Άναψα τσιγάρο και ας είχε απαγορευτική πινακίδα, άφησα τον καφέ στο τραπέζι, την φίλησα στο μάγουλο, της είπα πως θα ξαναβρεθούμε και έφυγα τρέχοντας. Είδα ένα φίλο λογιστή που μόλις ερχόταν. Έλα του είπα, η τυχερή σου ημέρα, έχω το 159 και κάτι επείγον έτυχε. Τελικά δεν ήταν μόνο δύο τα ψέματα…



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.