03/11/17 | Αρχική > Αρθρογραφία > Ο Αιρετικός

Σύντομα ταξίδια

Ήθελα ένα τσιγάρο πριν την πτήση αλλά δεν γινόταν. Όλα τα αεροδρόμια είναι μη καπνιστών, αν δε, θέλεις οπωσδήποτε να καπνίσεις, υπάρχει κάτι σαν γυάλινο μεγάλο αυγό που θεωρώ ότι το κρατούν βρώμικο έτσι προς παραδειγματισμό, όπου μερικοί «θεριακλήδες», θλιβερό θέαμα στους υπόλοιπους επιβάτες, τραβάνε στα όρθια μερικές τζούρες πίσω από το βρωμερό από την νικοτίνη γυάλινο παραπέτασμα. Έστω και έτσι ήθελα λίγες ρουφηξιές καπνού, μόνο που το μικρό περιφερειακό αεροδρόμιο την αναχώρησής μου δεν διέθετε ούτε αυτή την «πολυτέλεια».

Είχαν περάσει ήδη δύο μήνες από τότε που έβγαλα αεροπορικό εισιτήριο με εταιρεία χαμηλού κόστους. Χρήματα δεν περίσσευαν και έτσι, όταν είδα στο email την προσφορά, την άρπαξα. Αεροπορικό εισιτήριο με επιστροφή στο εξωτερικό σε τιμή ΚΤΕΛ Αθήνα – Λαμία. Φυσικά όταν κάτι τέτοιο το βρίσκεις φθηνό, λογικό είναι να είναι «σκέτο». Δηλαδή, αν κάτι αλλάξει μετά από δύο μήνες και δεν μπορέσεις να ταξιδέψεις την συγκεκριμένη μέρα και ώρα, χάνεις τα χρήματά σου. Φυσικά, ούτε λόγος για αποσκευές. Χειραποσκευή συγκεκριμένων διαστάσεων και μέχρι επτά κιλά. Αν θέλεις αποσκευή, τότε πρέπει να πληρώσεις τα διπλάσια από το εισιτήριο. Φυσικά η πτήση είναι «στεγνή». Δεν διατίθεται γεύμα ή τέλος πάντων κάτι που να μοιάζει δωρεάν, κάθε τόσο σου προτείνουν διάφορες κληρώσεις λες και κάθεσαι σε προποτζίδικο και σε κάθε περίπτωση, ευνοούνται οι κοντοί του ανθρώπινου είδους. Πάντως και έτσι, είναι μια ευκαιρία που παλιά φάνταζε ουτοπία.

Οι πρώτοι μετανάστες έφυγαν από την Ελλάδα για υπερατλαντικά ταξίδια με πλοία, στριμωγμένοι για μέρες σε άθλια αμπάρια, για ένα ταξίδι χωρίς τις περισσότερες φορές γυρισμό. Ο τόπος προορισμού θα ήταν και η νέα πατρίδα, η παλιά πια θα ζούσε μόνο μέσα στη σκέψη και την καρδιά. Αγαπημένοι που μένανε πίσω, θα μένανε για πάντα πίσω και θα γινόταν θολές φωτογραφίες της μνήμης, τα ίδια νεανικά, ασαφή από το χρόνο πρόσωπα. Όταν ελάχιστες φορές ερχόταν κάποια φωτογραφία, και από αυτούς που φύγανε και από αυτούς που μείνανε, κάτι γκρεμιζόταν επειδή ο χρόνος είχε κάνει την δουλειά του και έλεγες πως το γερασμένο πρόσωπο της φωτογραφίας δεν μπορεί να είναι η όμορφη κοπέλα ή ο νεαρός που θυμόσουν. Ο ζωντανός χωρισμός ήταν και θάνατος της όποιας άμεσης σχέσης.

Μετά ήρθε η μεγάλη φυγή στις φάμπρικες και τα ορυχεία της Ευρώπης. Εκεί, λίγο μετά τον πόλεμο, αφού φροντίσαμε ότι δεν κατέστρεψε ο κατακτητής να το καταστρέψουμε μόνοι μας σκοτώνοντας ο ένας τον άλλο, τελικά πάμφτωχοι, πήραμε όλοι τον δρόμο της ξενιτιάς. Τα τρένα της μεγάλης φυγής. Δουλειά σε απάνθρωπες συνθήκες που γινόταν ακόμα χειρότερες επειδή υπήρχε όχι μόνο η ανάγκη της προσωπικής επιβίωσης, αλλά και της επιβίωσης αυτών που μένανε πίσω και της αποταμίευσης, έτσι για το γαμώτο, για να αποδείξεις ότι δεν τα έκανες όλα σκ… στη ζωή σου, αλλά γύρισες και έκτισες ή αγόρασες ένα σπίτι στη χώρα σου. Εδώ όσον αφορά το αντάμωμα τα πράγματα ήταν κάπως καλύτερα. Οι αποστάσεις μικρότερες, τα έξοδα λιγότερα, έτσι κάθε μερικά χρόνια υπήρχε και η επίσκεψη του ξενιτεμένου. Τελικά, πολλοί από αυτούς γυρίσανε, επειδή η χώρα για κάποιες δεκαετίες μπόρεσε να λειτουργήσει φυσιολογικά και να μην διώχνει τους πολίτες της. Οι ξενιτεμένοι που δεν γύρισαν, έμειναν ξενιτεμένοι για πάντα και αυτοί που επαναπατρίστηκαν, είχαν δημιουργήσει τη νέα γενιά χωρίς μνήμες της ξενιτιάς ή με λίγες θολές αν γεννήθηκαν εκεί, που νοιώθανε ότι ανήκαν και είχαν πια ριζώσει στην πατρίδα τους.

Και τώρα αυτό. Νέοι άνθρωποι, μορφωμένοι και αρκετές φορές καλύτερα από τους υπηκόους των χωρών που πηγαίνουν, να φεύγουν επειδή η χώρα που διέθεσε πολλά χρήματα για τη μόρφωσή τους, δεν μπορεί πλέον να τους εργοδοτήσει και τους προσφέρει, έτοιμο προϊόν προς κατανάλωση σε τρίτες χώρες που μόνο να κερδίσουν έχουν από αυτό το ανθρώπινο κεφάλαιο. Δεν μπορώ να πω, η πολιτεία κάνει κάποιες κινήσεις για brain gain, αλλά η απόσταση πια έχει μακρύνει πολύ. Εξάλλου η μόρφωση ανοίγει περισσότερο και τους ορίζοντες του μυαλού σου, με συνέπεια να έχεις και άλλες απαιτήσεις από τη ζωή σου, από τη δουλειά σου. Έτσι η χώρα θα πρέπει να μπορέσει να σου δώσει αυτό που ονειρεύτηκες και όχι απλώς μια απλή επιβίωση.

Στριμώχτηκα στην ουρά για τον έλεγχο της κάρτας επιβίβασης και βρήκα τη θέση μου. Ζορίστηκα λίγο με τη μικρή βαλίτσα επειδή δεν χωρούσε εύκολα στο «καλάθι επιμέτρησης», ευτυχώς τελικά δεχθήκανε ότι δεν ξεπερνούσε τα όρια επειδή θα έπρεπε να πληρώσω ακόμα ένα εισιτήριο. Μετά από τρεισήμισι ώρες στη «στάση του λωτού» προσγειωθήκαμε σε ένα τεράστιο αεροδρόμιο. Εντάξει, έξω θα περίμενε ο γιός μου, μέχρι εκεί τι γίνεται; Ακολούθησα τους πολλούς επειδή γλώσσα δεν ξέρω. Μου έλεγξαν το διαβατήριο, κάτι μου είπανε και γέλασα ηλίθια επειδή δεν καταλάβαινα, μάλλον δεν θα ήταν σημαντικό επειδή η πόρτα άνοιξε.

Ήταν εκεί πίσω από την πόρτα. Το πρώτο πράγμα που αντίκρισα. Περάσανε κιόλας οκτώ μήνες από τη τελευταία φορά που τον είδαμε, η μάνα του και εγώ. Μιλάμε κάθε μέρα στο skype, τον βλέπω, αλλά είναι διαφορετικά. Αγκαλιαστήκαμε εκεί στη μέση της ανοιγμένης αυτόματης πόρτας που ήθελε να κλείσει και δεν μπορούσε. Εκεί ανάμεσα στον κόσμο που μας σκουντούσε για να βγει. Δεν ξέρω πόσος χρόνος πέρασε χωρίς να πούμε τίποτα. Μετά άρχισα να λέω βλακείες. Η μάνα σου ήθελε να σου στείλει το κέικ που σου αρέσει αλλά τι να χωρέσει μια βαλιτσούλα. Γέλασε. Άστο ρε πατέρα το κέικ. Καλό είναι και το έτοιμο. Πάμε τώρα σπίτι.

Μεγάλωσε. Θα είναι τώρα τρία χρόνια που έφυγε. Ήταν, ή εγώ τον έβλεπα ένα παιδάκι και τώρα βλέπω δίπλα μου έναν άντρα. Αντιστράφηκαν και οι όροι. Στην πατρίδα ήμουν ο πατέρας που έδινε συμβουλές και οδηγίες για τα πάντα. Εδώ δεν είμαι σε θέση ούτε ένα μπουκαλάκι νερό να αγοράσω εύκολα. Ευτυχώς είχε κανονίσει και αυτός να πάρει δύο μέρες άδεια, κόλλησε και το Σαββατοκύριακο και όλα εντάξει. Γυρίζαμε συνεχώς μέσα στην τεράστια πόλη, ήταν όμορφη αλλά εμένα δεν μου άρεσε. Κάτι σαν την αντίζηλο που σου πήρε τον αγαπημένο. Και οι άνθρωποι μόνοι. Πολλοί άνθρωποι μόνοι. Το απόγευμα, μετά τις δουλειές ξεχυνόταν στα πάρκα. Ένας άνθρωπος με έναν σκύλο. Κάποια στιγμή, στην πολυκατοικία που μένει ο γιος μου, χαιρέτισα κάποιον. Με κοίταξε περίεργα. Εδώ μου είπε το παιδί οι άγνωστοι δεν μιλάνε μεταξύ τους.

Μια μέρα πριν φύγω τον ρώτησα. Σου αρέσει εδώ παιδί μου; Γέλασε. Και τι να κάνω ρε πατέρα. Τα ξέχασες; Δύο χρόνια έψαχνα. Δεν υπήρχε τίποτε. Οι μισοί οι φίλοι μου άνοιξαν καφέ και οι άλλοι μισοί γίνανε πελάτες τους. Θες να έρθω να ανοίξω και εγώ ένα; Νομίζεις ότι εμένα δεν μου λείπετε; Είδες το «αρχοντικό» που μένω πόσο είναι. Είκοσι πέντε τ.μ.. Νομίζεις ότι μου αρέσει να γυρνώ τα βράδια πτώμα από τη δουλειά και να βλέπω τέσσερις τοίχους και να μην έχω κάποιον δικό μου να μιλήσω; Οι άνθρωποι εδώ είναι διαφορετικοί. Ούτε καλύτεροι, ούτε χειρότεροι, απλώς διαφορετικοί. Νομίζεις ότι το όνειρο της κάθε κοπέλας εδώ είναι να κάνει σχέση με τον κάθε άνεργο Έλληνα; Αυτά είναι μόνο για τις ταινίες. Η παλιά γενιά των μεταναστών τουλάχιστον μάζεψε κάποια χρήματα. Τώρα είναι αδύνατον. Για το «αρχοντικό» δίνω το μισό μου μισθό. Αυτοκίνητο δεν μπορώ να συντηρήσω. Τα πράγματα είναι ακριβά. Εντάξει, όχι το σούπερ μάρκετ, αλλά το να βγεις να φας έξω κοστίζει πολύ. Γενικά οι δυνατότητες για διασκέδαση είναι πολλές, αλλά ουσιαστικά για έναν χαμηλόμισθο απρόσιτες. Απλώς εδώ υπάρχει κάποια δουλειά με έναν μισθό που μπορείς και ζεις. Φυσικά τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά για κάποιες ειδικότητες. Τα χρήματα είναι καλά, αν και η μοναξιά παραμένει. Η αλήθεια βέβαια είναι πως κάποια στιγμή θα κάνεις τη ζωή σου και ουσιαστικά θα κόψεις και τον ομφάλιο λώρο με την πατρίδα. Θα κοροϊδεύεις τα παιδιά σου ότι είναι μισοί Έλληνες επειδή θα ψελλίζουν πέντε ελληνικές λέξεις και θα έχουν ελληνικά ονόματα στην ξενόγλωσση μετάφραση. Δεν θα είναι ποτέ Νίκος, πάντα Nick θα είναι.

Ο γιός μου είχε δίκιο. Ανήκε στην κατηγορία αυτών που θα μένανε μάλλον για πάντα σε άλλη χώρα. Είχε βρει από ότι μου είπε κάτι καλύτερο από δουλειά και με αρκετά παραπάνω μισθό. Η μέρα της επιστροφής είχε φθάσει. Με πήγε στο αεροδρόμιο και φθάσαμε μέχρι τον έλεγχο των χειραποσκευών. Μείναμε για ένα λεπτό να κοιτάει ο ένας τον άλλο βαθιά στα μάτια. Θα τα ξαναπούμε μετά από μερικούς μήνες αν όλα πάνε καλά. Ήταν σαν να άφηνα ένα κομμάτι από την ψυχή μου εκεί. Η γυάλινη πόρτα έκλεισε πίσω. Εκείνη η ανάγκη για τσιγάρο μου ήρθε πάλι. Ούτε να το σκεφτώ. Κωλότοπος, ούτε ένα τσιγάρο δεν μπορείς να κάνεις.

Πάτησα και πάλι στην Ελλάδα. Κρατούσα και μια μεγάλη σακούλα γεμάτη με διάφορες ανοησίες που αγόρασα από τα αφορολόγητα. Μόνο που εγώ ήμουν πιο άδειος από όταν έφυγα. Και φοβάμαι ότι έτσι άδειος θα επιστρέψω πολλές φορές ακόμα.




comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Ταξίδια, Ξενιτιά