13/10/17 | Αρχική > Αρθρογραφία > Ο Αιρετικός

Η μετάθεση της Μαίρης

Με λένε Μαίρη και έχω νεύρα. Πολλά νεύρα. Βρίσκομαι σε περίοδο επαναπροσαρμογής, επανένταξης, αποσυμπίεσης ή όπως αλλιώς θέλετε να την πείτε. Όχι δεν είναι αυτό που νομίζετε. Δασκάλα είμαι, ήμουν τοποθετημένη για δεκατέσσερα χρόνια σε ένα ορεινό χωριό της Βόρειας Ελλάδας και πήρα επιτέλους μετάθεση για την Πρωτεύουσα. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Είμαι η Μαίρη και μόλις πέρασα τα δεύτερα …άντα (και λίγο παραπάνω). Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα από γονείς Αθηναίους και η μοναδική μου σχέση με την επαρχία ήταν η περίοδος των καλοκαιρινών διακοπών, όπου πηγαίναμε στην Αιδηψό επειδή τη μάνα μου, από τότε που γεννήθηκε, την πονούσαν τα πόδια. Βασικά, νομίζω πως ούτε τα πόδια πονούσαν την μάνα μου αλλά της άρεσε η Αιδηψός και κάτι έπρεπε να βρει για δικαιολογία, ούτε η Αιδηψός θεωρώ πως είναι η κλασική επαρχιακή πόλη, επειδή στην επαρχία δεν ασχολούνται με καταστήματα που σερβίρουν λουκουμάδες και παγωτά σε ηλικιωμένους.

Τέλειωσα την Παιδαγωγική Ακαδημία στην Αθήνα και ασχολιόμουν όπως όλες οι κοπέλες επί πολλές ώρες την ημέρα με την εμφάνισή μου και για ελάχιστες έως καθόλου κάνοντας ότι δουλεύω ή με άλλα λόγια διαβάζοντας κάποιο παιδάκι ως «ιδιαίτερο» με κάτι που έμοιαζε με αμοιβή. Ο πατέρας μου δεν είχε βγει στη σύνταξη ακόμα και συνέβαλε τα μέγιστα στα έξοδά μου και γενικά μια χαρά περνούσα. Υπήρχαν κάποιες πονηρές ερωτήσεις αν υπάρχει κάτι, αν σκέφτομαι κάτι για σοβαρό, αλλά κάπου εκεί στα είκοσι οκτώ, δεν σε πήραν και τα χρόνια, οπότε η κατάσταση ήταν ελεγχόμενη.

Ο πατέρας μου είναι χρυσός άνθρωπος, αλλά ένα πράγμα δεν του συγχώρησα στη ζωή μου. Την εμμονή του να διοριστώ στο Δημόσιο, επειδή και αυτός Δημόσιος Υπάλληλος ήταν και συνεπώς είχα απτό παράδειγμα. Βέβαια, ο πατέρας μου διορίστηκε και συνταξιοδοτήθηκε μετά από τριάντα πέντε χρόνια, στην Αθήνα.

Ήταν λοιπόν κάπου εκεί γύρω στο 2003 όπου αφού έκανα τα χαρτιά μου για τον διορισμό και τον ξέχασα αμέσως, πήρα την κολλητή μου και φύγαμε για δέκα μέρες στο Παρίσι, να ψωνίσουμε, να ζήσουμε την Παριζιάνικη ατμόσφαιρα και να κάνουμε κρυφά όνειρα για το κάποτε να καταφέρουμε να βρούμε δουλειά εκεί. Περάσαμε υπέροχα και γυρίσαμε.

Ο ταχυδρόμος άφησε ένα σημείωμα για κάποιο συστημένο στο όνομά μου. Καμιά κάρτα από τράπεζα σκέφτηκα και την άλλη μέρα, κάποια στιγμή, πήγα να παραλάβω τον φάκελο. Υπουργείο Παιδείας. Ένας αδιόρατος φόβος διαπέρασε την σπονδυλική μου στήλη, έτσι ως προαίσθημα. Δεν κρατιόμουνα να πάω σπίτι και ο φάκελος ανοίχτηκε επιτοπίως. Διοριζόμουνα ως δασκάλα στο Νομό Ιωαννίνων. Ναι… Πήγα σπίτι και αρχίσαμε να το συζητούμε. Οι δικοί μου το θεώρησαν τεράστια επιτυχία. Εμένα κάτι δεν μου άρεσε. Ο πατέρας μου επέμενε πως τα Ιωάννινα είναι πολύ όμορφη πόλη, έχει Πανεπιστήμιο που αν ήθελα θα μπορούσα να συνεχίσω τις σπουδές μου και σε ένα – δύο χρόνια πάλι στην Αθήνα θα γύρναγα. Πείστηκα.

Στην Πρωτοβάθμια Διεύθυνση στα Γιάννενα γινόταν ο χαμός. Εγώ είχα έρθει από την προηγούμενη ημέρα για να αφήσω τις βαλίτσες μου, είχα κλείσει και ξενοδοχείο και πήγα και σε ένα μεσιτικό γραφείο για να ρωτήσω για διαθεσιμότητα διαμερισμάτων και τιμές. Αν εξαιρέσεις το ότι τότε πήγαινες από τον παλιό δρόμο και συνεπώς περνούσες από τη «Κατάρα», όλα τα άλλα ήρθαν μια χαρά. Το βράδυ είχα κάτσει και σε ένα πολύ όμορφο μαγαζί δίπλα στη λίμνη. Όλα καλά. Τα πράγματα άρχισαν να στραβώνουν από την Πρωτοβάθμια. Όταν ρώτησα για τα σχολεία της πόλης, μου απάντησαν «είσαι καλά κοπέλα μου, όλα τα χωριά είναι άδεια από δασκάλους». Κάτι πήγα να πω, αλλά κουβαλούσα ακόμα την παιδική αθωότητα της ηλικίας μου και της Πρωτευουσιάνας. Έτσι πήρα το «φύλλο πορείας» για διθέσιο σχολείο σε χωριό κάπου προς την κορυφή του βουνού. Μάλιστα έπρεπε να παρουσιαστώ αμέσως.

Με στενό μαντό, δωδεκάποντη γόβα, μαύρο γυαλί πεταλούδα και βαριά αρωματισμένη, μάλλον ήμουν το νούμερο του ΚΤΕΛ. Σε κάθε περίπτωση, πήραν τις δύο βαλίτσες μου και τις πετάξανε στο χώρο κάτω από το λεωφορείο και εγώ κάθισα σε μία θέση μαζί με μία κυρία σε «totally black look» με τσεμπέρι και ένα καλάθι στη αγκαλιά που κάτι ζωντανό περιείχε. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής έμαθα ότι ήταν κοτόπουλο από τη λαϊκή το οποίο πήγαινε ως δώρο στην κόρη της να το σφάξουν και να το κάνουν με τραχανά. Η όλη εικόνα της θυσίας του πτηνού, της μυρωδιάς του τραχανά, μαζί με το φιδωτό και ατέλειωτο της διαδρομής, μου προξένησε στομαχικά ενοχλήματα και μία pale εμφάνιση δέρματος.

Κάποια στιγμή, μετά από μία ώρα και κάτι, βαρέως ταλαιπωρημένη, έφθασα στο χωριό. Νόμισα ότι το λεωφορείο με άφησε στα πρώτα σπίτια, αλλά αυτά ήταν όλα τα σπίτια. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει και μια ελαφριά ομίχλη είχε πέσει, οπότε η εικόνα μιας τρελής με πράσινο κολλητό ταγιέρ, γόβες, μαύρο γυαλί και δύο βαλίτσες γνωστής μάρκας, μάλλον σε ταινία του Λάνθιμου παρέπεμπε. Είδα το καφενείο λίγο πιο εκεί και αγέρωχη προχώρησα. Στο πολύβουο κοινό έπεσε νεκρική ησυχία. Αγνώστου προέλευσης αντικείμενο στο χωριό μας… Συστήθηκα, είμαι η καινούργια δασκάλα. Ο Μήτσος ο καφετζής ανέλαβε την διεκπεραίωση της κατάστασης. Σπίτι ελεύθερο υπήρχε ένα, αυτό που άφησε η προηγούμενη δασκάλα. Με πήρε και με πήγε κουβαλώντας και τις βαλίτσες. Στη μέση των εκατό μέτρων που διασχίσαμε, έχασα το ένα τακούνι. Ο δρόμος δεν έκανε για γόβες.

Γνώρισα την κυρία Γούλα (εκ του Γεωργία). Κάτω έμενε αυτή και το πάνω διαμέρισμα το νοίκιαζε στον εκάστοτε δάσκαλο. Το νοίκιαζε ήταν σχετικό, επειδή αυτά που ζήτησε μάλλον κάλυπταν το ηλεκτρικό και το νερό. Η αλήθεια ήταν πως το σπίτι δεν διέθετε και πολλά ακόμα. Είχε βέβαια κεντρική θέρμανση. Ξυλόσομπα στο σαλόνι. Η κυρία Γούλα, όταν έφυγε ο Μήτσος ο καφετζής, μου είπε που ακριβώς ήμουνα. Όλοι – όλοι τον χειμώνα ήταν καμιά πενηνταριά νοματαίοι, κυρίως γέροι υπήρχαν και πέντε παιδιά τα τρία αλλοδαποί. Τα μεγαλύτερα θα έπρεπε να πάνε γυμνάσιο και λύκειο στο διπλανό κεφαλοχώρι, μισή ώρα με το λεωφορείο, αλλά επειδή τώρα δεν υπήρχε κανένα, δεν υπήρχε και πρόβλημα. Το καλοκαίρι ερχόταν και οι ξενιτεμένοι και το χωριό μάζευε μέχρι και εκατόν πενήντα άτομα. Κάνανε και πανηγύρι της Παναγίας και ήταν πολύ όμορφα. Παπά είχανε συγχωριανό, γιατρός ερχόταν κάθε Τετάρτη για δυο ώρες και για τα επείγοντα έπρεπε να πας στο κέντρο υγείας στο διπλανό χωριό που είπαμε. Εκεί θα έβρισκες πάλι τον γιατρό που ερχόταν κάθε Τετάρτη. Αν ήταν κάτι σοβαρό, έπρεπε να πας στα Γιάννενα. Αν περίμενες το ΕΚΑΒ, δεν θα ερχόταν γιατί το ασθενοφόρο ήταν εδώ και μήνες χαλασμένο. Όταν χιόνιζε, συνήθως το χωριό αποκλειόταν για κάποιες μέρες και εκεί βοηθούσε και η προσευχή, ευτυχώς ο παπάς ήταν ντόπιος, βοηθούσε αυτό…

Η κυρία Γούλα μου μίλησε για τα ρούχα μου. Εδώ μου είπε το κρύο είναι δυνατό, αν δεν χιονίζει, βρέχει, οπότε δεν θα σε βολέψουν τα παπούτσια και οι φούστες. Αύριο θα πάμε μαζί στον Μήτσο τον καφετζή όπου έχει ρούχα για εδώ. Αν και Σεπτέμβρης, είχε κρύο. Η Γούλα άναψε την ξυλόσομπα και μου έδειξε τον τρόπο. Μετά μου έβαλε μια σούπα να ζεσταθώ. Αν και είχε περίεργη γεύση, δεν ήταν άσχημη. Το λάθος ήταν πως στο τέλος ρώτησα τι ήταν. Γίδα βραστή. Με το που έφυγε η Γούλα, μάσησα πέντε μαστίχες μαζί. Η γεύση της γίδας ήταν ανίκητη.

Ο Μήτσος με πήγε στο βεστιάριο, ή αλλιώς στο τμήμα ρουχισμού του πολυκαταστήματος – καφενείου. Μου έβγαλε παντελόνια και πουκάμισα παραλλαγής, στρατιωτικές μπλούζες και κάλτσες και ένα ζευγάρι αρβύλες. Το τζάκετ μου είπε πως ήταν Αμερικάνικο και μου έκανε δώρο ένα κασκέτο με γούνα και «αυτιά». Αν είναι δυνατόν. Επειδή κρύωνα πήγα στο σπίτι και ντύθηκα. Γύρισα απότομα στον καθρέπτη και είδα μια σκηνή από τους κυνηγούς του Αγγελόπουλου. Όχι δεν θα κλάψω. Έβαλα το κασκέτο, αλλά δεν κατέβασα τα «αυτιά». Με το που βγήκα έξω κόντεψαν να πέσουν τα δικά μου αυτιά, οπότε εκμεταλλεύτηκα όλες τις δυνατότητες του καπέλου, δένοντας και τα κορδόνια κάτω από τον λαιμό μου. Μπήκα στο καφενείο του Μήτσου και έκατσα. Ο Μήτσος δεν με είχε δει να μπαίνω και ήρθε πρόθυμος. Τι θα πάρει το παλικάρι; Τον είδα δολοφονικά. Συγνώμη κυρά δασκάλα, μπερδεύτηκα. Κάτσε να σε βάλω μια ζεστή σούπα. Μόλις έβρασε η γίδα…

Ο συνάδελφος και Διευθυντής στο σχολείο ήταν «ερωτικός μετανάστης» κατά δήλωσή του. Δάσκαλος που παντρεύτηκε εκεί. Καταλαβαίνετε με πέντε παιδιά για μαθητές, πιο πολύ βρισκόμασταν στου Μήτσου.

Για οικονομία του χρόνου και λόγω των δεκατεσσάρων χρόνων που πέρασα εκεί, θα σας μεταφέρω μερικά αποσπάσματα από το ημερολόγιό μου.

Οκτώβριος του 2003. Έμαθα να κόβω ξύλα, επειδή δεν γινόταν η κυρά Γούλα, εβδομήντα χρόνων γυναίκα να κόβει ξύλα για εμένα. Αγόρασα ένα καινούργιο τσεκούρι από τον Μήτσο. Στην αρχή δεν μπορούσα να πετύχω το ξύλο, μου έδειξε ο Μήτσος. Με τον καιρό βελτιώθηκα πολύ και κόβω ξύλα έτσι, για εκτόνωση.

Φεβρουάριος του 2004. Αγόρασα μια μεγαλύτερη τηλεόραση και έβαλα τον ηλεκτρολόγο να μου βάλει «ταψί» και αποκωδικοποιητή για ελεύθερα δορυφορικά κανάλια. Στην αρχή είχε πλάκα, μετά βαρέθηκα να βλέπω τηλεπωλήσεις στα Ιταλικά και προτιμάω το καφενείο του Μήτσου.

Μάρτιος του 2005. Παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες, δεν υφίσταται λύση στο θέμα «άντρας». Απλά σε ακτίνα πενήντα χιλιομέτρων δεν υπάρχει κανείς σε ηλικία γάμου και ελεύθερος. Επιπλέον άρχισα να υιοθετώ αντρικές συνήθειες. Αγαπημένη μου συνήθεια να παίζω πρέφα στου Μήτσου, να πίνω τσίπουρο και να βρίζω αντρικά και να φτύνω τα κουκούτσια από τις ελιές πάνω στο τραπέζι. Επιπλέον, η γίδα βραστή, αποτελεί πλέον το αγαπημένο μου έδεσμα.

Την ίδια περίπου εποχή. Η Γούλα μου έδειξε πως αποκεφαλίζεις κοτόπουλο, πως το ξεπουπουλιάζεις μέσα σε ένα καζάνι με ζεστό νερό και πως το «καψαλίζεις». Μέχρι τότε θεωρούσα πως τα κοτόπουλα ήταν μόνο έτοιμα για μαγείρεμα μπούτια και στήθος. Μετά από τη επίδειξη, πήγα στη γωνία και ξέρασα. Το έχω και αυτό ξεπεράσει.

Ιούνιος 2007. Πήγα στην Πρωτοβάθμια στα Ιωάννινα και ζήτησα μετάθεση ή απόσπαση για την Αθήνα. Μου είπαν ότι προηγούνταν οι παντρεμένες. Ήταν ο ίδιος Προϊστάμενος που με σαρδόνιο χαμόγελο με τοποθέτησε στο χωριό πριν μερικά χρόνια. Είχε το ίδιο ύφος και σηκώθηκε όρθιος. Τον έριχνα ένα κεφάλι, τον νάνο. Τότε συνειδητοποίησα ότι το κώλυμα που είχα με το κόψιμο των ξύλων, είχε αλλάξει δραματικά το σώμα μου. Τον πλησίασα απειλητικά, φωνάζοντάς του πως αν δεν πάρω απόσπαση, που να βρω γαμπρό να παντρευτώ και εγώ. Ο τύπος τρόμαξε και ήρθαν δύο κλητήρες να με βγάλουν έξω. Όταν είδε πως δυσκολευόταν πολύ οι κλητήρες (θα έφταιγε ότι τον είχα πιάσει από τον λαιμό και δεν τον άφηνα)και εγώ είχα άγριες διαθέσεις, έτρεξε και έφυγε. Μέχρι σήμερα δεν ξαναείδα τον προϊστάμενο, ούτε επικοινώνησε ποτέ μαζί μου. Φωτιά να έβαζα στο σχολείο, είμαι σίγουρη ότι θα απέφευγε άλλη μία σύγκρουση.

Ιούνιος του 2013. Μάζεψα μόρια και πήρα επιτέλους μετάθεση για την Αθήνα. Όταν το λεωφορείο ξεκίνησε, ένοιωσα σαν να άφησα ένα κομμάτι από τον εαυτό μου στο χωριό. Οι γονείς μου ήταν μέσα στη χαρά. Άντε να μας κάνεις κανένα εγγονάκι τώρα.

Πήγα στο Δημοτικό που με τοποθέτησαν για την τελευταία συνέλευση πριν τις διακοπές. Οι μισοί κουτσομπόλευαν τους άλλους μισούς. Δεν με βλέπω καλά, θα την πέσω πάλι σε κανέναν και θα έχουμε άσχημα ξεμπερδέματα.

Πήγα σε ένα ινστιτούτο για να με σενιάρουν για το καλοκαίρι. Ξέρετε αυτό που λέει «και το μπικίνι τέλειο κορίτσια». Εμένα δεν ήταν μπικίνι, αλλά σορτσάκι. Οι φτέρνες μου θέλανε τόρνο και οι παλάμες μου από το τσεκούρι είχανε κάνει ρόζους. Οι κοπέλες τρομάξανε. Ένα άλλο πρόβλημα είναι οι γόβες. Λες και μαθαίνω ισορροπία, λες και βάλανε γόβα σε φαντάρο. Θα τα καταφέρω.

Στο σπίτι τους τρομάζω. Προσπαθώ, όσο μπορώ. Προχθές η μάνα μου ήθελε να μεταφέρει λίγα μέτρα έναν μπουφέ. Έχει τη μέση της, οπότε ο μόνος διαθέσιμος ήταν ο πατέρας μου. Θέλεις λίγο να προσπαθήσουμε; μου πρότεινε. Σιγά το πράγμα. Τα ξύλα είχαν κάνει δουλειά τόσα χρόνια. Σήκωσα τον μπουφέ λίγο ψηλότερα και πήρα παραμάζωμα και τον πατέρα μου. Ο άνθρωπος τρόμαξε. Τελικά σκούντηξα τον μπουφέ μόνη μου. Οι δικοί μου σταυροκοπιόταν.

Με μια παλιά φίλη είπαμε να βγούμε για ποτό με δυο φίλους της. Τα δυο «παλικάρια», κάπου κοντά στα πενήντα, ήταν άρτι χωρισμένοι. Ο δικός μου ήταν κοντόχοντρος με ελαφρά γκρίζα κόμη, και με κοιτούσε με γλοιώδες ύφος. Ο δικός της ήταν χειρότερος. Επί δύο ώρες ακούγαμε ανοησίες για την τύχη που είχαμε να συνοδευόμαστε από τέτοιες ευκαιρίες. Ο δικός μου είχε επεκτατικές τάσεις και τον κοίταξα δολοφονικά. Η γνωριμία τέλειωσε εκεί.

Η προσπάθεια επανένταξης με έχει κουράσει. Η πολυκοσμία της Αθήνας με αγχώνει. Οι συνάδελφοι είναι απρόσωποι και «παρτάκηδες». Προτιμάω τη στρατιωτική φόρμα από την κοντή φούστα και το πως θα κάτσεις. Επιπλέον δεν μπορώ να βρω πουθενά γίδα βραστή. Χαιρέτησα τους δικούς μου και έφυγα για διακοπές. Με ρώτησαν αν θα μείνω στο Παρίσι. Τους είπα πως φέτος θα ξαναπάω στο μικρό Παρίσι και θα μείνω στη Γιούλα. Μάλλον τους μπέρδεψα…



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.