22/09/17 | Αρχική > Αρθρογραφία > Ο Αιρετικός

Αναπληρωτής καθηγητής στη Σαντορίνη

Πάντοτε στη ζωή μου ήμουν ορθολογιστής. Η αλήθεια ήταν ότι φοβόμουν να αναλάβω οποιοδήποτε ρίσκο, ακόμα και αν αυτό αφορούσε την παραμικρή παρέκκλιση από τα «ορθώς τεκταινόμενα». Βέβαια ορθολογιστής αυτοαποκαλούμαι τώρα στα τριανταπέντε μου. Πριν από είκοσι χρόνια το όνομά μου ήταν «σπασικλάκι». Με απλά λόγια όταν η σχολική παρέα ήθελε να ξεφύγει λίγο και να επιστρέψει τις πρώτες πρωινές ώρες ξέρανε ότι η δική μου απάντηση θα ήταν «όχι» επειδή είχα διάβασμα. Δεν ήμουν αντικοινωνικός, κάθε άλλο, αυτό όμως φαινόταν. Απλώς έβαζα όρια και μάλιστα πολύ στενά. Γιατί; Γιατί έτσι ήμουν και γιατί τα οικονομικά της οικογένειας ήταν τόσο σφιχτά που η ανασφάλεια για το αύριο με ακολουθούσε σαν φάντασμα σε κάθε μου βήμα. Η ανασφάλεια προκαλεί φόβο, έναν έρποντα και συνεχή φόβο, κάτι σαν συνεχή πόνο. Φοβόμουν λοιπόν ότι και η ελάχιστη διαφοροποίηση ως αντικομφορμιστική θα είχε ολέθριο αποτέλεσμα στην ήδη πιεσμένη ζωή μου. Ως απάντηση ήρθε ο ψυχαναγκασμός. Το παράθυρο του βιβλίου αποτέλεσε την απάντηση, του όποιου βιβλίου και ο περιχαρακωμένος δικός μου κόσμος.

Χωρίς πολλά φροντιστήρια ελλείψει χρημάτων και με πολύ διάβασμα κατάφερα και πέρασα στη σχολή των ονείρων μου, στη Φιλοσοφική. Ήμουν στην πρώτη πεντάδα και πήρα υποτροφία. Δεν ξέρω αν μου έκανε καλό, επειδή παρά τη μεγάλη μου χαρά, όπως και των δικών μου, η κατάστασή μου όσον αφορά τον ελεύθερο χρόνο και τον ψυχαναγκασμό μου στη μελέτη χειροτέρεψε. Τα πήγαινα καλά, δεν κόπηκα ποτέ σε μάθημα, κάθε χρόνο έπαιρνα υποτροφία και τελικά, στα τέσσερα χρόνια και λίγους μήνες αποφοίτησα με άριστα.

Ο στρατός ήταν ένα διάστημα που αναγκαστικά τα όνειρα έμειναν πίσω. Ίσως ήταν και ένα φωτεινό διάλειμμα, επειδή με φώναζαν «ο καθηγητής». Και αυτό το προσωνύμιο δεν ερχόταν μέσα από την περιπαικτική διάθεση των συναδέλφων μου, αλλά από ένα είδος εγγενούς ιδιότυπου «σεβασμού». Ήρθε όμως η απόλυση και επέστρεψα στην καθημερινότητα. Πριν φύγω στον στρατό, πήρα μαζί μου και ένα τσουβάλι υποσχέσεις. Τι ανάγκη έχεις εσύ, θα σε παρακαλάνε να σε πάρουνε, σε βλέπω για Ακαδημαϊκή καριέρα… Ξέρετε πιστεύω στις συμπτώσεις, όχι στη τύχη. Οι δικές μου οι συμπτώσεις λοιπόν, δεν κάθισαν. Στην αρχή έψαξα για κάτι στο Πανεπιστήμιο. Μεταπτυχιακό με χρήματα που δεν υπήρχαν, άρα άκυρο… και μετά διδακτορικό, αν βρεις καθηγητή... φυσικά στην Ελλάδα οι διδακτορικοί φοιτητές δεν πληρώνονται, που με απλά λόγια σημαίνει πως για άλλα τουλάχιστον τέσσερα χρόνια θα έπρεπε να βρω χρηματοδότη. Δεν υπήρχε. Στην οικογένειά μας τους άρεσε να αραδιάζουν παιδιά, έτσι στο γενικό… τα παιδιά είναι ευτυχία, θα βρουν το δρόμο τους, έχει ο Θεός και άλλες τέτοιες δογματικές θέσεις. Βέβαια ο πατέρας μου εργάτης ήτανε, η μάνα μου νοικοκυρά και λόγω των τεσσάρων θυγατέρων και του ενός γιού, εμένα δηλαδή, ο προϋπολογισμός του σπιτιού ήταν για τα κλάματα. Η κουρτίνα έπεσε και ξαφνικά είδα την πραγματικότητα. Όχι ότι δεν τη φανταζόμουν, απλώς δεν την περίμενα τόσο δύσκολη.

Επειδή δεν έβλεπα φως λοιπόν, βγήκα στην ελεύθερη αγορά, δηλαδή φροντιστήρια. Δεν έχω παράπονο, με το βαθμό του πτυχίου μου με πήραν αμέσως. Πρώτη φίρμα, με μισθό πείνας και με μπλοκάκι. Κράτησε μερικά χρόνια αυτή η ιστορία – ίσα βάρκα, ίσα νερά. Τα χρήματα φθάνανε απλώς για να ζήσω. Συνέχεια όμως περίμενα. Τι; Μα τον διορισμό μου στο Δημόσιο. Κάποτε υπήρχε η επετηρίδα. Μετά άρχισαν οι εξετάσεις του ΑΣΕΠ. Θεωρητικά βέβαια, επειδή δεν πρόλαβα καμία. Και αυτοί που πρόλαβαν, σε μια σειρά μπήκαν και περιμένουν. Αν δεν υπάρχουν λεφτά, μοίρασε ελπίδες. Στο μεταξύ είχαμε μαζευτεί τόσοι πολλοί που ούτε για αναπληρωτής δεν επιλεγόμουνα. Έβαζα κάποια μέρη στην αρχή κοντά στον τόπο μου, τίποτα. Αργότερα μεγάλωσα τις αποστάσεις, τίποτα. Φέτος λοιπόν έβαλα το «παντού» και το θαύμα έγινε. Αναπληρωτής καθηγητής στη διάθεση της Διεύθυνσης Κυκλάδων. Τυχεράκια, ήρθε η σειρά σου σκέφτηκα. Χαμογέλασα μετά από πολύ καιρό. Ένα όμορφο νησάκι, ένα όμορφο σχολείο με λίγα παιδιά, κοινωνική καταξίωση ως από τους λίγους μορφωμένους στον τόπο και που ξέρεις μετά… Έχετε δει το Suntan; Υπέροχη ταινία στην υπέροχη Αντίπαρο. Κάτι τέτοιο είχα στο μυαλό μου, χωρίς τα λάθη του πρωταγωνιστή της ταινίας. Σπίτι προσφορά του τόπου για την προσφορά του δάσκαλου, αναγνωσιμότητα (άσε δάσκαλε κερασμένα από εμένα), ήρεμη ζωή, υπέροχα ατέλειωτα καλοκαίρια…

Δευτέρα πρωί ήμουν έξω από τη Δευτεροβάθμια στη Σύρο. Σε μία ώρα πήρα το χαρτί στο χέρι. Λύκειο Φηρών Θήρας. Ουάου… Σαντορίνη. Θα κοιτάξω να τακτοποιηθώ αμέσως και θα γίνω πια λιγότερο ορθολογιστής. Θέλω να ζήσω και λίγο. Άλλοι πληρώνουν «πακέτα» για ένα ταξίδι εκεί, εμένα με τοποθέτησαν, επιτέλους… ήμουν τυχερός.

Το πλοίο έφευγε σε μία ώρα. Ήπια γρήγορα έναν καφέ και ξεκίνησα. Θα ήταν τρεις η ώρα το απόγευμα όταν φθάσαμε στο λιμάνι. Ρώτησα πως το λένε και μου είπαν Αθινιό. Η θέα με μάγεψε. Όσο σήκωνες το κεφάλι σου έβλεπες τον τεράστιο μαύρο βράχο με τα κάτασπρα σπίτια να ενώνονται με τον ουρανό. Τρελάθηκα. Εδώ θέλω να ζήσω για πάντα. Πήρα το λεωφορείο και αρχίσαμε να ανεβαίνουμε. Ένα ατέλειωτο καραβάνι από αυτοκίνητα που κάποια στιγμή φθάσαμε στην Πρωτεύουσα, τα Φηρά.

Ομολογώ πως δεν το περίμενα. Μια πλατεία με εκατοντάδες κόσμο από κάθε μεριά της γης και εγώ ανάμεσα με δύο βαλίτσες σαστισμένος. Μετά από κάποια λεπτά συνήλθα και είπα να κάνω μια προσπάθεια κάπου να μείνω σε ένα από τα μικρά ξενοδοχεία που υπήρχαν μπροστά μου. Ο receptionist με κοίταξε παράξενα. Με το που άρχισα να μιλάω με είπε πως δεν μιλάει Ελληνικά. Το έπιασα από την αρχή στα Αγγλικά. Ευγενέστατα με ρώτησε πότε είχα κάνει κράτηση. Στην απάντησή μου ότι δεν είχα κάνει, χαμογέλασε και μου είπε πως είναι κλεισμένοι, χωρίς ούτε ένα δωμάτιο διαθέσιμο, έως και το τέλος Οκτωβρίου. Απογοητεύτηκα και έτσι για την ιστορία ρώτησα πόσο κοστίζει το βράδυ. Ανατρίχιασα. Όσο ένας μήνας ενοίκιο σε μικρή επαρχιακή πόλη. Προσπαθώντας να κρατήσω την ψυχραιμία μου, λέγοντας ότι ήταν σύμπτωση και πως πιθανόν ο τύπος να ήταν περίεργος, ρώτησα και βρήκα το πιο κοντινό γραφείο πληροφοριών του Δήμου. Σε πέντε λεπτά κατέρρευσα. Με το ίδιο πλοίο από τη Σύρο είχαμε έρθει εκατόν πενήντα αναπληρωτές εκπαιδευτικοί πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Σπίτια και δωμάτια δεν υπήρχαν ούτε για δείγμα και τα ελάχιστα που υπήρχαν νοικιαζόταν σε τιμές μεγαλύτερες από τον μισθό μου και αυτά όχι άμεσα. Τα πιο φθηνά μπορούσα να τα βρω στο Εμπορείο και την Περίσσα, δύο χωριά μακριά από τον τόπο εργασίας μου. Το ίδιο πρόβλημα αντιμετωπίζουν και όλοι οι Δημόσιοι Υπάλληλοι, οι δε γιατροί από το καινούργιο νοσοκομείο, μένανε σε θαλάμους των έξι ατόμων στο παλιό κέντρο υγείας.

Ξεκίνησα για το Εμπορείο. Όπου και να ρώτησα, τίποτα. Κατηφόρισα προς την Περίσσα. Τα ίδια. Κάποια στιγμή κουράστηκα και έκατσα πάνω στη μια βαλίτσα. Ο ήλιος άρχισε να δύει και ήταν μαγευτικά. Χιλιάδες κόσμου ήταν ακόμα στην παραλία και άλλοι τόσοι στα μαγαζιά του ατέλειωτου δρόμου δίπλα στη θάλασσα. Δίπλα μου περνούσαν παρέες, άκουγα γλώσσες που δεν καταλάβαινα, όλοι γελούσαν και ποιος έδινε σημασία σε έναν περίεργο, καθισμένο στην άκρη του πεζόδρομου πάνω σε μία βαλίτσα. Δεν ξέρω αν έκλαψα…

Εκπαιδευτικός; Ο τύπος πίσω μου, δική μου ηλικία, ήταν ο πρώτος που μου μίλησε, χωρίς να ρωτήσω κάτι. Ναι έγνεψα, είχα σχεδόν καταρρεύσει. Έλα εδώ στην παραλία μου είπε, είμαστε και άλλοι. Τον ακολούθησα και βρέθηκα σε μια παρέα με καμιά εικοσαριά «παράξενους ταξιδιώτες». Άντρες – γυναίκες με δυο βαλίτσες, όλοι εκπαιδευτικοί. Τουλάχιστον είχα κάποιους να μιλάω και σιγά – σιγά μου έφυγε και το μυρμήγκιασμα. Μου είπαν ότι πήγαν στο Δήμαρχο και αυτός έκανε έκκληση στους ντόπιους να «υιοθετήσουν έναν εκπαιδευτικό». Αν ήμουν κατοικίδιο, μάλλον θα είχα καλύτερη τύχη. Σε λίγο πήραμε κάτι να φάμε, ήπιαμε και μερικές μπύρες και κάποια στιγμή, χωρίς να το καταλάβω… κοιμήθηκα.

Το ξύπνημα ήταν απότομο. Μια δυνατή δέσμη ήλιου έπεσε στα μάτια μου. Τα άνοιξα και είδα ένα γυναικείο πρόσωπο. Το σώμα μου αισθανόταν λίγο περίεργα και τότε κατάλαβα ότι κοιμήθηκα στην άμμο. Η κοπέλα, λίγα εκατοστά από το πρόσωπό μου, ξύπνησε και αυτή. Χαμογέλασε. Μαρία μου είπε, δασκάλα στο Κοντοχώρι. Χάρηκα για την Μαρία, δεν είχα ιδέα που ήταν το Κοντοχώρι. Σε λίγο έπρεπε να παρουσιαστούμε στα σχολεία μας. Τίναξα την άμμο από πάνω μου. Κάποιος έριξε την ιδέα να πάμε μέχρι το διπλανό camping μήπως καταφέρουμε τίποτα. Το μπουλούκι με τις βαλίτσες ξεκίνησε. Ο τύπος ήταν εντάξει. Κοιτάξτε μας είπε. Αυτή την στιγμή έχω τρεις μεγάλες σκηνές, Βολευθείτε, πάρτε μερικά ράντσα, ρίξτε λίγο νερό στο πρόσωπό σας, πηγαίνετε στη δουλειά σας και τα λέμε το μεσημέρι. Έτσι και έγινε.

Ο ιδιοκτήτης του camping αποδείχτηκε πολύ εντάξει. Μας είπε ότι μπορούσαμε να μείνουμε όσο θέλουμε, μέχρι να τακτοποιηθούμε. Χρέωσε και μια τιμή συμβολική και μας έδωσε κουράγιο.

Δύο μήνες μετά, κάπως βολεύτηκα. Νοίκιασα μαζί με έναν άλλο νεοδιόριστο ένα μικρό σπίτι σε κάποιο κοντινό χωριό, μόνο που το ενοίκιο είναι ιδιαίτερα μεγάλο. Οι περισσότεροι πια ή δίνουν τα ακίνητά τους σε πρακτορεία ή τα νοικιάζουν μέσω Airbnb. Με τέσσερις μέρες στην «πλατφόρμα της οικονομίας του διαμοιρασμού», έχουν βγάλει το δικό μου τον μήνα. Και εγώ το ίδιο θα έκανα, η οικονομία έχει τους δικούς της κανόνες και δεν δίνει δεκάρα για τους νεοδιόριστους Δημόσιους υπαλλήλους. Αυτά υπάρχουν πλέον μόνο στις παλιές Ελληνικές ταινίες.

Η αλήθεια είναι πως σε τόσο κόσμο υπάρχουν και δουλειές. Καμιά βέβαια σχέση με τη Φιλοσοφική, αλλά τα Αγγλικά βοήθησαν πολύ. Το νησί, με δέκα περίπου χιλιάδες μόνιμους κατοίκους, δέχεται δύο εκατομμύρια τουρίστες. Άρχισα να δικτυώνομαι και τα έφτιαξα και με την Μαρία τη δασκάλα (άσχετο). Κάνω διάφορες βοηθητικές δουλειές. Σερβιτόρος στη ζούλα, transfer από το αεροδρόμιο ή το λιμάνι, διανομή ενοικιασμένων αυτοκινήτων σε πελάτες στα ξενοδοχεία, ημερήσιες ξεναγήσεις τα Σαββατοκύριακα σε Κινέζους, εργάτης στην εποχή της βεντέμας (τρύγος), εμπειροτέχνης υδραυλικός άμεσης δράσης όταν το καζανάκι του τουρίστα στο ξενοδοχείο τρέχει και γενικά κάνω τα πάντα. Ντρέπομαι που το λέω, αλλά από τις παράλληλες δραστηριότητες, βγάζω σχεδόν τα διπλάσια από τα επτακόσια πενήντα ευρώ μηνιαίως του Ελληνικού Δημοσίου. Επιπλέον, έπαψα να είμαι ορθολογιστής. Νοιώθω ότι η χώρα μου δεν με σεβάστηκε. Όταν έδωσα εξετάσεις στη Φιλοσοφική, οι παλιότεροι διοριζόταν με τη λήψη του πτυχίου. Αφού δεν χρειαζόταν άλλους γιατί δεν μείωσε τις θέσεις στα Πανεπιστήμια ή έστω γιατί δεν είπε πως θα αργήσουν πολύ να γίνουν προσλήψεις; Έπρεπε να φάω τόσα χρόνια από τη ζωή μου για να κάνω κάτι που θα μπορούσα να κάνω από τα δεκαοκτώ μου; Θα επιβιώσω, μπορώ και προσαρμόζομαι. Μόνο που ξανά δεν θα πιστέψω κανέναν Πινόκιο. Μου είναι πλέον αδιάφορος, όσο αδιάφορος του είμαι και εγώ.

Στην Ελλάδα της κρίσης, τελικά υπάρχουν δύο Ελλάδες. Αυτή των μεγαλουπόλεων και κυρίως της Αθήνας και η Ελλάδα του τουρισμού. Η πρώτη Ελλάδα είναι δύσκολη. Για να επιβιώσεις πρέπει να ξέρεις να κάνεις κάτι πολύ εξειδικευμένο και αυτό να το χρειάζονται πολλοί. Παλιά έλεγες: Κάνω ό,τι δουλειά να είναι. Τώρα όλοι κάνουν ότι δουλειά να είναι. Υπάρχει όμως και η Ελλάδα της ευμάρειας, του τουρισμού, ή μάλλον η Ελλάδα των τουριστών. Το χαρμάνι από εθνότητες και κουλτούρες που μόνο Ελλάδα δεν είναι. Η Ελλάδα των εύπορων «διασκεδαστών» που κάνουν ότι θέλεις αρκεί να πληρώσεις. Δεν τους κατηγορώ, άλλωστε και εγώ αυτό κάνω. Ο αχταρμάς της Σαντορίνης, της Ρόδου και κυρίως της Μυκόνου. Το «ΝΑΜΜΟΣ» θεωρώ ότι είναι ο πραγματικός καθρέφτης αυτού που μπορούμε να κάνουμε για να κερδίσουμε χρήματα. Σε έναν χώρο που είναι στην Ελλάδα, αλλά δεν θυμίζει Ελλάδα, ένα τσούρμο από ανεκτικούς συμπατριώτες σερβίρουν, ένας Λιβανέζος, ένας Τούρκος και ένας Έλληνας τραγουδούν και χιλιάδες Λιβανέζοι, Αιγύπτιοι, Τούρκοι και ποιος ξέρει ποιοι ακόμα διασκεδάζουν. Ούτε το μενού δεν είναι ελληνικό, τρώνε ταμπουλέ και για γλυκό μαχαλεπί. Έτσι για γούστο, φέρανε και δύο καμήλες. Ποια Αίγυπτο, από ένα πάρκο στην Πάτρα και τον ιδιοκτήτη του βγάλανε τα μπλουτζίν και του βάλανε κελεμπία να το παίζει Βεδουίνος. Προσωπικά, με τόσα που πήρε, εγώ έκανα και την Οριεντάλ χορεύτρια. Αγαπημένη τους σαμπάνια, αυτή των 72.000 ευρώ το μπουκάλι, όσα παίρνω εγώ σε επτά χρόνια δουλειάς.

Τελικά υπάρχει Θεός και με έστειλε σε αυτόν τον τόπο. Όχι για να κάνω τον καθηγητή, αλλά για να δω και την άλλη πλευρά του φεγγαριού. Θα κάτσω και του χρόνου και πιθανώς για πάντα. Θα κάνω τα χαρτιά μου και πάλι για αναπληρωτής, αλλά πια δεν με ενδιαφέρει και πολύ. Με ξέρουν πια όλοι, κάνω τα πάντα και πρώτη φορά στη ζωή μου περνάω καλά.



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.