15/02/17 | Αρχική > Αρθρογραφία > Επώνυμες Σκέψεις

Η υψηλή φορολογία διώχνει τελικά τις επενδύσεις;

Τον τελευταίο καιρό έχει αναζωπυρωθεί η συζήτηση για το κατά πόσο η υψηλή φορολογία των επιχειρήσεων στην Ελλάδα αποτελεί ή όχι βασικό παράγοντα που αποτρέπει την προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων.

Αυτό μάλιστα που πολλοί υποστηρίζουν είναι πως αν η χώρα μας διέθετε ένα περιβάλλον με περιορισμένη γραφειοκρατία, οικονομική και θεσμική σταθερότητα και λιγότερη διαφθορά, τότε θα μπορούσε να προσελκύσει πολύ περισσότερες επενδύσεις, παρά τους υψηλούς φορολογικούς συντελεστές. Άλλωστε, όπως υποστηρίζουν, οι αναπτυγμένες χώρες της Κεντρικής και της Βόρειας Ευρώπης έχουν κατά κανόνα υψηλότερους εταιρικούς φορολογικούς συντελεστές σε σύγκριση με την Ελλάδα.

Απέναντι σ’ αυτή την άποψη -που δεν στερείται λογικής, αλλά και επιβεβαίωσης στην πράξη- μπορεί κάποιος να αντιπαραθέσει μια σειρά επιχειρημάτων, κυριότερα εκ των οποίων είναι τα παρακάτω:

Πρώτον, το ζήτημα του εταιρικού φορολογικού συντελεστή για την προσέλκυση μιας επένδυσης τίθεται μόνο υπό την προϋπόθεση ότι το project προβλέπεται να είναι κερδοφόρο και μάλιστα σημαντικά. Το κακό είναι πως σε μια περίοδο βαθειάς οικονομικής κρίσης, η εγχώρια ζήτηση είναι αναιμική οπότε σε πολλές περιπτώσεις δεν τίθεται ζήτημα εταιρικού φορολογικού συντελεστή καθώς η επένδυση προβλέπεται ζημιογόνος.

Δεύτερον, περισσότερο αποτρεπτικό στοιχείο από την επιβολή ενός υψηλού εταιρικού φορολογικού συντελεστή επί των κερδών, είναι -αυτό που γίνεται κατά κόρον στην Ελλάδα- η… «φορολόγηση του κόστους».

Για παράδειγμα, υποστηρίζεται από πολλούς ότι η φορολόγηση των καυσίμων που είναι τόσο υψηλή στην Ελλάδα επιβαρύνει το κόστος παραγωγής και διανομής των προϊόντων μιας εταιρείας. Η επιβολή φόρου επί των χρεωστικών τόκων που καταβάλλει μια εταιρεία για την εξυπηρέτηση του τραπεζικού της δανεισμού, της αυξάνει το κόστος χρηματοδότησης. Η επιβολή ΕΝΦΙΑ και άλλων φόρων σε γραφεία, αποθήκες, κ.λπ., περιορίζει το όποιο λειτουργικό περιθώριο κέρδους.

Το πανύψηλο μη μισθολογικό κόστος (π.χ. βλέπε εργοδοτικές εισφορές) ανεβάζει σημαντικά το ύψος των εξόδων και ιδιαίτερα στις (πλέον επιθυμητές) επιχειρήσεις που είναι εντάσεως εργασίας (απασχολούν πολλούς εργαζόμενους). Επιπρόσθετα, η επιβολή τόσο υψηλού φόρου προστιθέμενης αξίας, όπως και ειδικών φόρων (στα ποτά, στα τσιγάρα, στις μπύρες, στα τυχερά παιχνίδια, στα ασφαλιστικά προϊόντα, κ.λπ.) περιορίζουν την ζήτηση και έτσι μειώνουν τις πιθανότητες και δυνατότητες κερδοφορίας.

Τέλος, οι υπάρχοντες τόσοι υψηλοί συντελεστές έμμεσης και παράπλευρης φορολόγησης που αναφέρθηκαν μόλις παραπάνω, παρακινούν ένα σημαντικό τμήμα της αγοράς να στραφεί στη λεγόμενη «μαύρη οικονομία», με αποτέλεσμα να αποκτά ένα πολύ μεγάλο συγκριτικό πλεονέκτημα σε σύγκριση με όσες επιχειρήσεις επιθυμούν να είναι νομότυπες, ή έστω δεν μπορούν παρά να είναι νομότυπες (σοβαρές επενδυτικές πρωτοβουλίες).

Άρα λοιπόν, στις πλείστες των περιπτώσεων το ζήτημα του εταιρικού φορολογικού συντελεστή αποκτά δευτερεύουσα σημασία, καθώς η φορολόγηση του κόστους και η συνεπαγόμενη παραοικονομία του ανταγωνισμού, δεν επιτρέπει την επίτευξη οποιασδήποτε κερδοφορίας.

Τρίτον, έχει μεγάλη σημασία το ύψος του εταιρικού φορολογικού συντελεστή όταν συγκρίνεται με αυτό των χωρών με τις οποίες ανταγωνίζεται στην προσέλκυση επενδύσεων. Αν για παράδειγμα η Ελλάδα ανταγωνίζεται προκειμένου να προσελκύσει συγκεκριμένη επένδυση που εναλλακτικά θα κατευθυνόταν στις χώρες της Βόρειας Ευρώπης, τότε πράγματι η Ελλάδα δεν θα είχε πρόβλημα. Αν αντίθετα (όπως συμβαίνει στις περισσότερες των περιπτώσεων) ανταγωνίζεται προκειμένου να προσελκύσει συγκεκριμένη επένδυση που εναλλακτικά θα κατευθυνόταν στις χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης (όπου οι φορολογικές επιβαρύνσεις είναι πολύ χαμηλότερες) τότε η Ελλάδα θα αντιμετώπιζε έντονο συγκριτικό μειονέκτημα.

Ακόμη πιο σύνθετα είναι τα πράγματα στο μέτωπο των υπηρεσιών, καθώς σε ένα διεθνοποιημένο περιβάλλον όπου οι τεχνολογίες και οι τηλεπικοινωνίες αναπτύσσονται ταχύτατα, μπορεί κάλλιστα κάποιος να προσφέρει πολλές υπηρεσίες π.χ. στη Γερμανία, στην Ολλανδία, στις Σκανδιναβικές χώρες, ή ακόμη και στην Ελλάδα, έχοντας την έδρα της σε χώρες χαμηλότερου φορολογικού συντελεστή.

Επίσης, μια από τις μεγαλύτερες «επενδύσεις» που μπορεί να προσδοκά να αναπτύξει η Ελλάδα (λόγω του άριστου κλίματος, των υποδομών της και της ομορφιάς της) είναι η ημιδιαμονή στη χώρα μας πλουσίων ατόμων από το εξωτερικό, ή η μεταφορά στην Ελλάδα «περιφερειακών διοικητικών κέντρων» πολυεθνικών εταιρειών. Το ύψος των φορολογικών επιβαρύνσεων επηρεάζει σημαντικά την προσέλκυση τέτοιων «επενδύσεων».

Τέταρτον, βλέποντας κάποιος τις ετήσιες αξιολογήσεις διεθνών οργανισμών για την ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας στην προσέλκυση ξένων επενδύσεων (κατατάσσεται σε πολύ χαμηλές θέσεις ανά τον κόσμο) διαπιστώνει πως η υψηλή φορολογία δεν είναι το μόνο συγκριτικό μας μειονέκτημα, αλλά προστίθενται σ’ αυτό πλείστα άλλα όπως η διαφθορά, η γραφειοκρατία, η συνεχής αλλαγή θεσμικού πλαισίου, η χαρακτηριστική καθυστέρηση στην απονομή δικαιοσύνης, η έλλειψη κτηματολογίου και χρήσεων γης, η αδυναμία χρηματοδότησης από το εγχώριο τραπεζικό σύστημα και τόσα άλλα.

Ωστόσο, για να αλλάξουν όλα τα παραπάνω απαιτούνται πολλά χρόνια σκληρής δουλειάς και μεγάλων επενδύσεων (π.χ. στην πληροφορική), ενώ αντίθετα το ύψος της φορολογικής επιβάρυνσης μπορεί να αλλάξει άμεσα και να επηρεάσει την κατάσταση από την… επόμενη κιόλας ημέρα.

Συμπερασματικά λοιπόν, μια ενδεχόμενη δραστική μείωση των εταιρικών φορολογικών συντελεστών στην Ελλάδα θα επηρέαζε μεν θετικά, ωστόσο είναι αμφίβολο αν θα μπορούσε να αυξήσει σε μεγάλο βαθμό τις επενδύσεις στο άμεσο χρονικό διάστημα.

Αντίθετα, μεγαλύτερη σημασία θα είχε το ψαλίδισμα των φορολογιών στο κόστος και η μείωση του λεγόμενου «κινδύνου της χώρας» (country risk), όπως επίσης και η σταδιακή προώθηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που ανεβάζουν την εγχώρια ανταγωνιστικότητα.

Επιπλέον, γίνεται κατανοητό πως σε βάθος χρόνου η Ελλάδα δεν μπορεί να διατηρήσει αυτόν το εταιρικό συντελεστή, όταν οι βασικές ανταγωνίστριες χώρες ασκούν επιθετικές πολιτικές.

Μετά από όλα αυτά, το ερώτημα που τίθεται είναι τι είδους επενδύσεις θα μπορούσε να προσελκύσει η Ελλάδα σήμερα από το εξωτερικό, έχοντας τόσο υψηλή (άμεση και έμμεση) φορολογική επιβάρυνση και επιβαρυνόμενη με μια σειρά συγκριτικών μειονεκτημάτων; Μερικές από τις πιθανές επενδύσεις είναι:

· Η εξαγορά-διαχείριση υποδομών (οδικοί άξονες, αεροδρόμια, αξιοποιήσεις ακινήτων, κ.λπ.), καθώς ο χρονικός ορίζοντας τέτοιων επενδυτικών σχεδίων είναι πολύ μεγάλος (ελπίζεται πως μελλοντικά τα πράγματα θα βελτιωθούν).

· Η τοποθέτηση κεφαλαίων σε τομείς που δίνουν έμφαση στην εξαγωγή προϊόντων ή και υπηρεσιών (πχ ξενοδοχεία, ευρύτερη τουριστική δραστηριότητα).

· Η εξαγορά υπερχρεωμένων επιχειρήσεων, με την προϋπόθεση ότι οι τράπεζες θα «βάλουν πλάτη» μέσα από επιμηκύνσεις και κουρέματα δανειακών υποχρεώσεων.

· Μέσω του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων-αποκρατικοποιήσεων και των επιπρόσθετων επενδύσεων που μπορούν να συνεπάγονται αυτές.



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.
Επενδύσεις, Φορολογία, Αποδόσεις, Κίνδυνοι, Αβεβαιότητα