09/12/16 | Αρχική > Αρθρογραφία > Η Συνέντευξη του Μήνα

Κωνσταντίνος Μίχαλος, Πρόεδρος της ΚΕΕ και του ΕΒΕΑ

Η λειτουργία του κράτους ως συντονιστή - και όχι αποκλειστικό ρυθμιστή – της οικονομικής δραστηριότητας και η υιοθέτηση σειράς φορολογικών κινήτρων για την προσέλκυση και υλοποίηση επενδύσεων είναι οι βασικές προϋποθέσεις ανάπτυξης στη χώρα μας, επισημαίνει ο Πρόεδρος της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων και του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών κ. Κωνσταντίνος Μίχαλος.

Στη συνέντευξή του στο Epsilon 7 προτείνει ένα συνεκτικό «Εθνικό Σχέδιο Ανάπτυξης» με βασικούς άξονες μεταξύ άλλων την μείωση των φορολογικών συντελεστών, τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης, τις διαρθρωτικές αλλαγές, τη στήριξη των εξαγωγών και την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας.

O κύριος Μίχαλος, με την ιδιότητά του μέλους της Επιτροπής διαλόγου για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, υπογραμμίζει πως στο νέο Σύνταγμα θα μπορούσε να αποτυπωθεί και η δυνατότητα παροχής οικονομικών και φορολογικών κινήτρων για την πραγματοποίηση επενδύσεων… «περιλαμβανομένης και της δέσμευσης του κράτους για τη διατήρηση σταθερού νομοθετικού και φορολογικού καθεστώτος επί ορισμένο χρονικό διάστημα».

Στο πλαίσιο αυτό επαναφέρει την πρόταση των επιμελητηρίων για καθιέρωση ενιαίου flat rate συντελεστή φορολογίας εισοδήματος για τις επιχειρήσεις όχι πάνω από 20% και για σταδιακή μείωση των συντελεστών ΦΠΑ. Επίσης, εξειδικεύει την πρόταση του για διεύρυνση της φορολογικής βάσης με πέντε συγκεκριμένα μέτρα.

Ο Πρόεδρος της ΚΕΕ επισημαίνει ως επείγουσα την ανάγκη ομαλοποίησης του τραπεζικού συστήματος και την οριστική διευθέτηση του ακανθώδους ζητήματος των «κόκκινων» επιχειρηματικών δανείων, τονίζοντας πως «κινδυνεύουμε να παραδώσουμε τον έλεγχο ενός μεγάλου μέρους της οικονομίας σε χέρια ξένων funds. Mιλάμε για ευκαιριακά σχήματα, με βραχυπρόθεσμη και αμιγώς κερδοσκοπική επενδυτική παρουσία στη χώρα».

Ο κύριος Μίχαλος, τέλος, απορρίπτει το κυβερνητικό σχέδιο για αλλαγή της επιμελητηριακής νομοθεσίας και συγχώνευσης των επιμελητηρίων, τονίζοντας πως οι διοικήσεις των επιμελητηρίων μεριμνούν για τις απαραίτητες βελτιώσεις στις υπηρεσίες τους.

Ε7 |Ειδικότερα στο πεδίο της φορολογίας των επιχειρήσεων η απόφαση για αύξηση του συντελεστή στο 29% ήταν πέρυσι, σύμφωνα και με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, η ειδοποιός διαφορά της Ελλάδας από τις υπόλοιπες χώρες μέλη του, που κινήθηκαν στην κατεύθυνση της μείωσης των φόρων και της λήψης αναπτυξιακών μέτρων. Ο αντίλογος, όπως διατυπώνεται και από κυβερνητικά στελέχη είναι πως οι ελληνικές επιχειρήσεις δεν εισφέρουν όσα μπορούν στα δημόσια έσοδα λόγω της υψηλής φοροδιαφυγής και φορο-αποφυγής. Τι θα έπρεπε να αλλάξει ώστε η φορολόγηση να γίνει εργαλείο ανάπτυξης και δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας;

Η υπερφορολόγηση είναι ένα φαινόμενο που βιώνουμε από το 2010. Η φορολόγηση του ιδιωτικού τομέα ήταν ανέκαθεν η εύκολη λύση, αλλά τώρα γνωρίζουμε τα εξαιρετικά αρνητικά αποτελέσματα της. Όσο μεγαλύτερη η φορολόγηση, τόσο λιγότερα τα έσοδα που θα μπουν στα κρατικά ταμεία.

Η πολιτική της αύξησης των φόρων, εάν δεν συνοδεύεται με αυστηρούς ελέγχους για τον περιορισμό της φοροδιαφυγής αλλά και την αποτελεσματική αναδιανομή των φόρων σε στοχευμένες κοινωνικές δράσεις, δεν πρόκειται να αντιμετωπίσει το δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας. Αντίθετα, θα διαιωνίσει τις συνθήκες ύφεσης και της κοινωνικής διάρρηξης.

Τα Επιμελητήρια, εδώ και καιρό έχουν προτείνει να καθιερωθεί ένας ενιαίος flat rate συντελεστής φορολογίας εισοδήματος για τις επιχειρήσεις, που δεν θα ξεπερνά το 20% και να μειωθούν σταδιακά οι συντελεστές ΦΠΑ. Ζητούν, επίσης, διεύρυνση της φορολογικής βάσης και αύξηση της εισπραξιμότητας των φόρων. Αυτό σημαίνει:

- Να υπάρχουν μόνο δύο συντελεστές φορολογίας εισοδήματος, 22% και 33%, για όλα τα είδη εισοδημάτων.

- Να καταργηθεί ο συμπληρωματικός ΕΝΦΙΑ. Να διατηρηθεί μόνο ο κύριος και να μεταφερθεί στην Τοπική Αυτοδιοίκηση.

- Να καταργηθούν φοροαπαλλαγές και εκπτώσεις.

- Να δοθούν κίνητρα για τη χρήση του πλαστικού χρήματος και της άμεσης ηλεκτρονικής είσπραξης του ΦΠΑ.

- Να συσταθεί επιτέλους Ειδικό Σώμα Δίωξης για την καταπολέμηση του παραεμπορίου.

Εξίσου σημαντικό είναι να προχωρήσουν και να ολοκληρωθούν επιτέλους οι αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές για τον εκσυγχρονισμό και τη βελτίωση της Δημόσιας Διοίκησης και τον αποτελεσματικότερο έλεγχο στις κρατικές δαπάνες.

Ε7 | Ο νέος αναπτυξιακός νόμος, το «πακέτο Γιούνκερ» και το ΕΣΠΑ 2014 – 2020 είναι οι τρεις μεγάλες «δεξαμενές» από τις οποίες μπορούν να αντλήσουν χρηματοδότηση οι ελληνικές επιχειρήσεις τα επόμενα χρόνια. Από την εικόνα που έχετε ως τώρα, θα μπορέσουν να δώσουν την απαραίτητη ώθηση στην ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας; Υπάρχει περιθώριο βελτιώσεων ώστε να αυξηθούν οι ωφελούμενες επιχειρήσεις;

Το νέο ΕΣΠΑ μπορεί και πρέπει να είναι η κινητήριος δύναμη, όχι μόνο για την ανάκαμψη αλλά – κυρίως – για τον παραγωγικό μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας. Οι πόροι του ΕΣΠΑ δεν επαρκούν προφανώς για να καλύψουν το σύνολο των χρηματοδοτικών αναγκών αυτής της προσπάθειας. Όμως τα κονδύλια, μπορούν να λειτουργήσουν ως καταλύτης για την προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων, με έμφαση σε στρατηγικά επιλεγμένους τομείς και κλάδους. Και σε αυτό το πλαίσιο, τα προγράμματα για την επιχειρηματικότητα που έχουν προκηρυχθεί μέσω του ΕΣΠΑ κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση από πλευράς στόχευσης. Όμως ο τελικός στόχος, με βάση τον οποίο θα κριθούν όλα, είναι το εξής: Πόσους ιδιωτικούς πόρους μπορεί να κινητοποιήσει κάθε ευρώ που διατίθεται μέσω του ΕΣΠΑ, ώστε να φθάσουμε όσο το δυνατόν πιο κοντά στο συνολικό ποσό που απαιτείται για την ανάκαμψη της οικονομίας.

Σε ότι αφορά στον Αναπτυξιακό Νόμο χρήζει σημαντικών βελτιώσεων τόσο σε ότι αφορά τα φορολογικά κίνητρα για την ενθάρρυνση επενδύσεων όσο και για την ένταξη σε αναπτυξιακά σχέδια των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Και μόνο η πρόβλεψη του αναπτυξιακού ότι μία επιχείρηση θα έχει σταθερό φορολογικό συντελεστή 29% για την επόμενη δεκαετία αν επενδύσει στη χώρα 20 εκατ. ευρώ δεν αποτελεί κίνητρο. Υπάρχει κάποια επιχείρηση που θα το θεωρήσει αυτό κίνητρο;

Ας καταλάβουν όλοι επιτέλους ότι η οικονομία θα πρέπει να στηριχθεί στις πλάτες του ιδιωτικού τομέα για να ορθοποδήσει. Κι ο ιδιωτικός τομέας χρειάζεται ένα σταθερό, οργανωμένο και βιώσιμο επιχειρηματικό περιβάλλον. Ένα περιβάλλον που θα επιτρέπει στον επιχειρηματία να παραμείνει βιώσιμος, να προγραμματίσει τα οικονομικά του, να σχεδιάσει τις κινήσεις του και να αντλήσει τα κεφάλαια που χρειάζεται για να επενδύσει και να αναπτυχθεί.

Εμείς, ως Επιμελητηριακή Κοινότητα, θα συνεχίσουμε να προσπαθούμε, να προτείνουμε και να διεκδικούμε δράσεις για ένα ευνοϊκότερο επιχειρηματικό περιβάλλον – παράλληλα με την αξιοποίηση των κοινοτικών πόρων της νέας περιόδου. Γιατί μόνο με αυτές τις προϋποθέσεις θα μπορούμε να διασφαλίσουμε ουσιαστικό αναπτυξιακό όφελος.

Ε7 | Οι αλλαγές στον πτωχευτικό κώδικα και η συνολική διευθέτηση της αναδιάρθρωσης των «κόκκινων δανείων» θα δημιουργήσουν νέο σκηνικό στην πραγματική οικονομία, με παγίδες αλλά και ευκαιρίες για την επιχειρηματικότητα. Πως, κατά τη γνώμη σας, θα ελαχιστοποιηθούν οι πρώτες και θα μεγιστοποιηθούν οι δεύτερες; Πως μπορεί να ανασχεθεί η «βουλιμία» πολλών ξένων funds να επελάσουν στην ελληνική αγορά μέσω των υπερχρεωμένων επιχειρήσεων;

Όσο μένει σε εκκρεμότητα το ζήτημα των κόκκινων δανείων, δεν πρόκειται να υπάρξουν νέες χρηματοδοτήσεις στην αγορά. Οι επιχειρήσεις θα συνεχίσουν να ασφυκτιούν από την έλλειψη κεφαλαίων, αλλά και από το δυσβάσταχτο κόστος του δανεισμού.

Κι αντί όλο το σύστημα να τρέχει για να δοθεί λύση στο πρόβλημα, βλέπουμε να παίζεται ένα ατελείωτο παιχνίδι με τις διοικήσεις του ΤΧΣ και των τραπεζών. Δώσαμε τη δυνατότητα στους δανειστές να ελέγχουν τις διοικήσεις, με το επιχείρημα ότι θα σταματήσουν οι κομματικές και πελατειακές σχέσεις. Ότι θα ενισχυθεί η διαφάνεια και η τεχνογνωσία. Πολύ καλά αυτά.

Στην πραγματικότητα, όμως, κινδυνεύουμε να παραδώσουμε τον έλεγχο ενός μεγάλου μέρους της οικονομίας σε χέρια ξένων funds. Δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα, αν επρόκειτο για ξένους επενδυτές με μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Εδώ όμως μιλάμε για ευκαιριακά σχήματα, με βραχυπρόθεσμη και αμιγώς κερδοσκοπική επενδυτική παρουσία στη χώρα.

Σημαντική προϋπόθεση, λοιπόν, είναι να αποκατασταθεί η ομαλοποίηση του τραπεζικού συστήματος.

Πρέπει να σταματήσουν τα παιχνίδια και να προχωρήσουμε με Διοικήσεις, οι οποίες θα έχουν ως αποκλειστική προτεραιότητα τη σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος.

Πρέπει να τρέξουν γρήγορα οι κινήσεις για τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Η Επιμελητηριακή Κοινότητα έχει προτείνει στο συγκεκριμένο ζήτημα να υπάρξει εξατομικευμένη αντιμετώπιση κάθε περίπτωσης.

Επιπλέον πιέζουμε για την αξιοποίηση του θεσμού της διαμεσολάβησης. Γιατί υπάρχουν επιχειρήσεις, οι οποίες διαθέτουν βιώσιμα επιχειρηματικά σχέδια. Και πολλές μπορούν να σωθούν, μέσα από τη διαδικασία αυτή. Τα Επιμελητήρια μπορούν να αναλάβουν αυτό το ρόλο.

Μπορούν, επίσης, να αξιοποιήσουν τη γνώση τους σε οικονομοτεχνικά θέματα, αναλαμβάνοντας ρόλο ανεξάρτητων συμβούλων, κατά τη διαδικασία αξιολόγησης των επιχειρήσεων με μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Αυτή ήταν και η θέση μας, σε σχέση με το νέο Πτωχευτικό Κώδικα. Θέλουμε ένα πλαίσιο σύγχρονο, το οποίο δεν θα στιγματίζει τον έντιμο επιχειρηματία που απέτυχε εξαιτίας της κρίσης. Αλλά, αντίθετα, θα του δίνει τη δυνατότητα να σταθεί το συντομότερο δυνατό στα πόδια του και να προσπαθήσει ξανά.

Εμείς, ως Επιμελητηριακή Κοινότητα, είμαστε εδώ. Με αιτήματα, αλλά και με προτάσεις. Με έτοιμες δομές, με γνώση και εμπειρία. Και θα διεκδικήσουμε ενεργό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία, ώστε να προστατέψουμε το συμφέρον των μελών μας.

Ε7 | Πως κρίνετε τις προτεινόμενες από τους θεσμούς αλλαγές στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων; Λένε πως η αύξηση του ορίου των ομαδικών απολύσεων από το 5% στο 10% και η άρση της δυνατότητας «βέτο» από τον Υπουργό Εργασίας, μπορούν να αποτρέψουν την απώλεια θέσεων εργασίας όπως στις περιπτώσεις της «Ηλεκτρονικής» και της «Sprider». Υποστηρίζουν πως οι επιχειρησιακές συμβάσεις πρέπει να κατισχύουν των κλαδικών. Για τον ορισμό του κατώτατου μισθού ζητούν να είναι αρμόδιο το κράτος και όχι οι κοινωνικοί εταίροι. Είναι αυτή η συνταγή κατάλληλη για τις ελληνικές επιχειρήσεις και τους εργαζόμενους σε αυτές;

Τα ζητήματα που ανακύπτουν στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων εν γένει πρέπει να αντιμετωπιστούν από την οπτική γωνία της ελληνικής πραγματικότητας στο πεδίο της οικονομίας αλλά και της ανεργίας.

Το 98% των ελληνικών επιχειρήσεων είναι μικρές ή πολύ μικρές, με απασχολούμενο ανθρώπινο δυναμικό κατά συνέπεια κάτω των 20 ατόμων. Ταυτόχρονα το ποσοστό της ανεργίας, που φτάνει το 25% δεν αφήνει περιθώρια περαιτέρω συζητήσεων για τη συρρίκνωση του ανθρώπινου δυναμικού της χώρας.

Ειδικά για το θέμα των ομαδικών απολύσεων η ελληνική πολιτεία, μαζί με τους κοινωνικούς εταίρους, έχει από το 2014 δημιουργήσει, με όρους τριμερούς διαλόγου, ένα περιβάλλον όρων και προϋποθέσεων, μέσα από το οποίο διασφαλίζεται ότι η επιχείρηση δεν κινείται εικονικά ή δόλια προς τη λύση αιτήματος ομαδικών απολύσεων, αλλά μέσα από αντικειμενικά προβλήματα διατήρησης της βιωσιμότητάς της. Οι ομαδικές απολύσεις πληγώνουν το ίδιο επιχειρήσεις και εργαζόμενους, για αυτό θα πρέπει κανείς να προσεγγίσει το ζήτημα ως έσχατο μέσο επιτακτικών αναδιαρθρώσεων, με ρήτρες κοινωνικές που αφορούν στη διασφάλιση θέσεων εργασίας και στη δημιουργία νέων βιώσιμων θέσεων εργασίας και όχι σαν ένα παιχνίδι κοινωνικής και επιχειρηματικής ασυδοσίας.

Σε κάθε περίπτωση η βάναυση οικονομική πραγματικότητα και η τοξικότητα του εργασιακού περιβάλλοντος απαιτούν συναινέσεις, κοινωνική αλληλεγγύη, γόνιμο και ώριμο κοινωνικό διάλογο, εργασιακή ειρήνη και όραμα ανάπτυξης που να απομακρύνουν τα καρκινώματα της αδήλωτης και ανασφάλιστης εργασίας, τα οποία τραυματίζουν θανάσιμα την υγιή επιχειρηματικότητα και τη δημιουργική ανταγωνιστικότητα.

Το βάρος πρέπει να πέσει στα αναπτυξιακά εργαλεία της απασχόλησης, επικεντρώνοντας την προσοχή μας στην επαγγελματική εκπαίδευση, κατάρτιση, μαθητεία, νέα και καινοτόμα επιχειρηματικότητα, στην κοινωνική οικονομία και όχι να αναλωθούμε περαιτέρω σε θέματα που διχάζουν και δεν ενώνουν, άλλωστε οι αλλαγές στο πεδίο των εργασιακών από το 2010 έως το 2014 ήταν πολλές, απότομες και δύσκολες για όλη την κοινωνία. Το μήνυμα πρέπει να είναι φυγή προς τα μπρος μένοντας πιστοί στο δόγμα ότι η επιχειρηματικότητα πρέπει να αντιμετωπίζεται χωρίς εκδικητικότητα και ταυτόχρονα να ενθαρρυνθεί ο κοινωνικός δημιουργικός διάλογος σε όλα τα επίπεδα του «επιχειρείν», ακόμα και στο πιο μικρό. Σε αυτό ειδικά το πεδίο, η Κεντρική Ένωση Επιμελητηρίων μπορεί να είναι αρωγός και συμπαραστάτης, ανοίγοντας ένα κεφάλαιο που θέλει μη εγωιστικές συνέργιες και συμπράξεις.


Δείτε το πλήρες κείμενο της συνέντευξης του κ.Μίχαλου στο τεύχος Δεκεμβρίου του περιοδικού Epsilon7



comments powered by Disqus
* Παρακαλούμε τα σχόλια να μην είναι σε greeklish. Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.

Σχετικά tags

Μίχαλος, ΕΒΕΑ, Συνέντευξη, ΚΕΕ